Nautilus Academy

Σαλπάρετε στον κόσμο της φαντασίας
 
Board Index
ΦόρουμΠόρταλΕικονοθήκηΣυχνές ΕρωτήσειςΑναζήτησηΣύνδεσηΕγγραφή
User Control Panel  Usergroups
Καλωσήρθες Επισκέπτης

Μοιραστείτε | 
 

 Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
Μετάβαση στη σελίδα : 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7  Επόμενο
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Παρ Ιαν 28, 2011 6:39 am

Πρόκειται για μια ιστορία που άρχισα να γράφω πριν περίπου ένα χρόνο. Την αγαπώ πολύ και έχω δουλέψει αρκετά! Ελπίζω να σας αρέσει και είμαι σίγουρη πως θα βρείτε ομοιότητες από την ψυχρή πραγματικότητα του σημερινού κόσμου.


ΞΥΠΝΗΣΑ
Ξύπνησα. Ήμουν αναστατωμένη. Τι είδα στον ύπνο μου; Ήταν σκοτάδι, σε ένα κτήριο και κυνηγούσα τον ήλιο. Χαζό όνειρο!
Ανακάθισα προσπαθώντας να θυμηθώ κι άλλες λεπτομέρειες, όμως ήταν αδύνατον, σαν να προσπαθώ να συγκρατήσω νερό στη χούφτα μου για πάντα.
Κοίταξα τριγύρω στο δωμάτιό μου, όμως δεν βρήκα την απάντηση που έψαχνα. Έβλεπα μόνο τους άσπρους τοίχους, ένα γραφείο από ξύλο οξιάς, μια ντουλάπα και ένα κρεβάτι στο ίδιο βαθύ χρώμα. Έψαξα κάτω από το μπλε πάπλωμα και το βρήκα: το κινητό μου. Όπως συνήθως, δεν είχα καμία κλήση.
Ντύθηκα απλά, όπως συνήθως, με τζιν και μαύρη μπλούζα. Ανησυχούσα υπερβολικά, αυτό ήταν. Δεν συνέβαινε τίποτα. Απλώς η μαμά έλειπε όλη μέρα χθες. Δεν τρέχει τίποτα.
Βγήκα από το δωμάτιο με βαριά βήματα και πήγα να ξυπνήσω τα μικρά. Έκανα μια γκριμάτσα, έξω από την πόρτα, σκεπτόμενη του τι θα αντίκριζα μέσα. Πήρα μια βαθιά ανάσα και μπήκα. Στο δωμάτιο υπήρχε λαμπάκι νυκτός, έτσι, δεν μου ήταν δύσκολο να αντικρίσω το χάλι σε όλο του το μεγαλείο. Πεταμένες κάλτσες εδώ κι εκεί, μια λασπωμένη μπάλα ποδοσφαίρου, σκισμένα κομμάτια χαρτί, και κάπου κάτω από τον σωρό των χαρτιών, η μικρή μου αδερφή, η Ειρήνη.
Πήγα δίπλα της και την σκούντησα απαλά. «Ειρήνη;», της ψυθίρησα. Τίποτα. Έκανα πέρα τις μαύρες της μπούκλες και την σήκωσα στην αγκαλιά μου. Σιγά το δύσκολο. Η Ειρήνη ήταν τεσσάρων και μικροσκοπική.
Μόλις την σήκωσα, ακούστηκε μια κραυγή τρόμου και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.
«Μαμά! Μαμά!!». Την άφησα κάτω κλείνοντας τα αφτιά μου. Τι την έπιασε; Από την άλλη άκρη του δωματίου ακούστηκε ένα μακρύ ροχαλητό. Αναρωτήθηκα σιωπηλά πόσο βόδι είναι ο αδερφός μου για να μην έχει ξυπνήσει με αυτές τις τσιρίδες, αλλά το ροχαλητό του τα έλεγε όλα.
«Εγώ είμαι, χαζούλα», της είπα προσπαθώντας να καθαρίσω τον λαιμό μου. Είχε στεγνώσει. Η Ειρήνη με κοίταζε με δάκρυα στα μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες της.
«Που είναι η μαμά;», ψυθίρησε. Γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω όταν με κοιτούσε με τα μεγάλα αθώα μάτια της; Η ειλικρίνεια και η αγνότητά της με παρακίνησαν να πω ψέματα.
«Πήγε στη δουλειά. Όμως, εε… θα σας πάω εγώ στο σχολείο!», είπα με ψεύτικο κέφι.
«Θέλω τη μαμά! Μου έλειψε! Ούτε χθες μας πήγε σχολείο! Και χθες όλη μέρα στη δουλειά έλειπε». Η αδερφή μου γκρίνιαξε με την ψιλή φωνούλα της για ένα λεπτό, όμως φάνηκε να με πιστεύει, γιατί σηκώθηκε και με ρώτησε τι ρούχα να φορέσει. Της έδειξα με ψεύτικο κέφι ένα άσπρο χοντρό καλσόν, την τζιν φουστίτσα της και ένα ροζ, καρό μπλουζάκι, που ήταν πάνω στην καρέκλα.
Ήξερα πως τώρα άρχιζαν τα δύσκολα. Μπορεί η Ειρήνη να με πίστευε, παρόλο που ήμουν απαίσια ψεύτρα, όμως ο Νίκος, δεν πρόκειται. Η Ειρήνη πιστεύει στον Άγιο Βασίλη και στους χαρούμενους ταράνδους του με την κόκκινη μύτη, ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Είναι φυσικό. Είναι τεσσάρων.
Ο Νίκος, όμως, ο εντεκάχρονος, σπαστικός αδερφός μου είναι… άλλη ιστορία. Δεν σκέφτηκα καν να τον ξυπνήσω με αγκαλίτσες, όπως την Ειρήνη. Του έριξα ένα αθλητικό παπούτσι την ώρα που έβγαζε ένα τραχύ ροχαλητό.
«Ε;!». Ο Νίκος πετάχτηκε πάνω, πετώντας το πάπλωμα με τα αγωνιστικά αμάξια. Φορούσε ένα άσπρο φανελάκι και προς μεγάλη μου φρίκη, μια φόρμα με … καρδούλες! Τότε σκέφτηκα κάτι: έπρεπε να τον τραβήξω φωτογραφία ενώ κοιμόταν, αλλά πού να το σκεφτόμουν…!
«Γιατί μου πετάς παπούτσια ενώ κοιμάμαι, ε;». Με κοίταξε με το άγριο βλέμμα του.
«Ναι, λυπάμαι που σε ξύπνησα Ωραία Κοιμωμένη!», του είπα πνίγοντας ένα γέλιο, κοιτάζοντας ακόμη την φόρμα. Είχε πολύ καλά αποτελέσματα. Έγινε κόκκινος και άρχισε να ντύνεται βρίζοντας, ενώ εγώ φρόντισα να βουλώσω τα αφτιά της Ειρήνης με τα δάχτυλά μου.
«Θα μου πεις επιτέλους;», φώναξε ο Νίκος.
«Όχι». Αυτός ο διάλογος επαναλαμβανόταν εδώ και δέκα λεπτά και χαιρόμουν που φτάναμε επιτέλους στο Δημοτικό.
Είχαμε αφήσει την Ειρήνη πρώτη στον Παιδικό Σταθμό, κάτι που μου φαινόταν τώρα κακή ιδέα. Αν άφηνα πρώτα το Νίκο στο Δημοτικό, δεν θα έκανε ερωτήσεις στο δρόμο, γιατί θα ήταν μπροστά η Ειρήνη κι έτσι θα απολάμβανα ένα ωραίο πρωινό.
«Είμαι μεγάλος και πρέπει να μου πεις!». Τον κοίταξα για λίγο, αφηρημένη ακόμη στις σκέψεις μου, ενώ προσπαθούσα να συγκρατήσω τα νεύρα μου.
«Τα μαλλιά σου είναι σε έξαλλη κατάσταση. Δεν χτενίστηκες;», προσπάθησα να του αποσπάσω την προσοχή. Έμοιαζε να πιάνει το κόλπο, γιατί για λίγο δεν μιλούσε, όμως μετά έκανε μια κίνηση με το χέρι και ανακάτεψε κι άλλο τα ήδη ανάκατα καστανόξανθα μαλλιά του. Ωχ, όχι! Αυτό ήταν κακό. Όχι γιατί γινόταν χάλια, ποιος νοιαζόταν; Το κακό ήταν πως κάθε φορά που σκεφτόταν στ’ αλήθεια, πράγμα σπάνιο, ανακάτευε τα μαλλιά του. Τι είχε καταλάβει;
«Χαρά», μου είπε και σταμάτησε. Τότε κατάλαβα πως βρισκόμασταν έξω από το Δημοτικό. «Ξέρω πως κάτι μου κρύβεις». Με κοίταξε με τα πράσινα μάτια του. «Η μαμά τα έκανε θάλασσα, έτσι;»
Το σοκ ήταν πολύ μεγάλο… Δεν περίμενα να… όχι, έπρεπε να φροντίσω να είναι αυτός τουλάχιστον ήρεμος.
«Τ… τι; Τι εννοείς;», κατάφερα να πω. Ανάπνευσα.
«Έχουν τσακωθεί. Άσχημα αυτή την φορά». Δεν ήταν ερώτηση. Με παρατηρούσε προσεκτικά και έτσι ήμουν- φαινόμουν- τουλάχιστον ψύχραιμη. «Το λέω γιατί είδα χθες τον μπαμπά κάπως περίεργο». Έκανε άλλη μια προσπάθεια να μάθει, αλλά τώρα ήμουν ανακουφισμένη. Ευτυχώς!
«Ναι, μεγάλε. Όμως, μην ανησυχείς, ένας μικρός τσακωμός είναι μόνο. Έχουν περάσει τόσους πολλούς, άλλωστε!». Μόλις ολοκλήρωσα την πρόταση, φάνηκε να ηρεμεί. Τότε, ακούστηκε το κουδούνι να χτυπάει.
«Εντάξει, τότε. Άντε, γεια!»
«Καλό μάθημα, μεγάλε».
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Παρ Ιαν 28, 2011 8:55 am

Αχουουουουουουου πολυ ωραιο τζερτζελακι μου!!!!
Φυσικα εχει συνεχεια ετσι??
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Σαβ Ιαν 29, 2011 12:29 am

Ιιικ, τώρα το είδα!!
Θέλω συνέχειαααα~!!!
Α, και ξέρω πως μπορεί να φάω ντομάτες, αλλά ο Νίκος τα σπάει! loll
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Σαβ Ιαν 29, 2011 1:13 am

^^^Θα συμφωνησω και εγω!!

Νικος ftw!!!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Σαβ Ιαν 29, 2011 5:32 am

laugh
Κοριτσάρες μου, σας ευχαριστώ!! inloving
Μαράκι, φυσικά έχει συνέχεια wink
Σπόιλερ:
 
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Τρι Φεβ 01, 2011 6:34 am

Εντάξει, δεν είναι όλα χάλια. Η Ειρήνη είναι μικρή, δεν πρόκειται να καταλάβει τίποτα. Ο Νίκος νομίζει πως έχουν τσακωθεί, όπως συνήθως, άρα και πάλι όλα είναι καλά. Και, μόνο εγώ μπορώ να ξέρω με σιγουριά και να είμαι ράκος. Ωραία.
Σκέφτηκα την χθεσινή μέρα. Η Γαλήνη, η μαμά, πήγε σπίτι και μάζεψε τα πράγματά της όταν νόμιζε πως όλοι ήμασταν στο σχολείο. Κακή μέρα διάλεξαν οι καθηγητές στο Λύκειο να μας αφήσουν να φύγουμε νωρίτερα, ενώ αυτοί είχαν μια πολύωρη συνέλευση.
Η μαμά αναγκάστηκε να μου τα εξηγήσει όλα. Ναι. Μια πολύ απλή εξήγηση. Δεν ήταν εδώ και χρόνια καλά με τον μπαμπά, αλλά δεν χώριζαν για χάρη μας. Το ‘‘Βρήκα το άλλο μου μισό σε κάποιον άλλον άντρα’’, ήταν τελείως προφανές για την ελαφρόμυαλη μαμά που πίστευε σε άλλες ζωές, καρμικούς έρωτες και άλλα πολλά. Αλλά να μου πεις, αυτά είναι δεδομένα για μια τρελή ψυχολόγο…
Ο Νίκος μου είπε νωρίτερα πως είδε τον μπαμπά κάπως παράξενο χθες το βράδυ. Αναρωτιέμαι αν ήπιε. Ναι, μάλλον ήπιε. Πώς να αισθανόταν τώρα ο μπαμπάς; Θα έκανε αίτηση διαζυγίου; Εμείς τι θα γινόμασταν; Με ποιόν θα πηγαίναμε; Ποιόν θα διάλεγα εγώ, από τους δυο αγαπημένους μου γονείς; Αυτή η σκέψη με πλήγωνε και την έβγαλα από το μυαλό μου. Αλλά και το να έρθουν σε διαμάχη οι γονείς μας για την διεκδίκηση μας, δεν ήταν σε καμία περίπτωση παρηγοριά.
«Α, βλέπω, μας έκανες την τιμή, Χαρά!», ακούστηκε η φωνή του κύριου Παπαγεωργίου. Συνειδητοποίησα πως τα πόδια μου με πήγαν στην τάξη, χωρίς να το καταλάβω, και τώρα, αφού είχα αργήσει δεκαπέντε ολόκληρα λεπτά, όλη η τάξη ήταν στραμμένη προς το μέρος μου. Κοίταξα τον κύριο Παπαγεωργίου, τον καθηγητή των μαθηματικών. Αποφάσισα πως δεν ήταν στις καλές του, οπότε θα πήγαινα με τα νερά του.
«Ναι. Εε… με συγχωρείτε που άργησα κύριε». Έσκυψα το κεφάλι.
«Το θέμα είναι τι δικαιολογία θα σκαρφιστείτε δεσποινίς!». Ωχ ωχ ωχ! Αν μιλάει και στον πληθυντικό, είναι πολύ θυμωμένος.
«Να, βλέπετε, κύριε, οι γονείς μου είχαν κάποιες υποχρεώσεις και έπρεπε να αναλάβω εγώ τα αδέρφια μου». Τον κοίταξα. Ο Παπαγεωργίου μου έκανε ένα κοφτό νεύμα να πάω να καθίσω και αναρωτήθηκα γιατί δεν βγάζει καπνούς από τη μύτη.
Κάθισα στην συνηθισμένη μου θέση, στο πίσω θρανίο. Ποτέ δεν μου άρεσε να έχω στραμμένα τα βλέμματα πάνω μου, όμως δυστυχώς, πάντα αυτό γινόταν, όπως τώρα, που με κοιτούσαν με νόημα οι δυο φίλες μου. Αναστέναξα σιωπηλά.
Οι δυο καλύτερές μου φίλες ήταν ένας από τους λόγους που επιβίωνα σ’ αυτή την μικρή πόλη, την Αστρόλια. Σε μια τέτοια μικρή πόλη ήταν αναπόφευκτο να υπάρχουν τα χειρότερα κουτσομπολιά και οι χειρότερες προκαταλήψεις. Η Δανάη και η Δήμητρα, οι δίδυμες αδερφές που έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό, ήταν το στήριγμά μου. Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερα δημοφιλής. Είχα πολλές γνωστές, όμως ελάχιστες φίλες.
Ξαφνικά, προσγειώθηκε από το πουθενά ένα φούξια χαρτάκι, τσαλακωμένο, σε σχήμα μπάλας. Κατάλαβα αμέσως πως μου το έστειλε η Δήμητρα. Είναι κωμικοτραγικό. Όλα της τα τετράδια είναι φούξια. Έγραφε: “Χαρά, τι έγινε; Ο Παπαγεωργίου ήταν έξαλλος! Τέλος πάντων, η Δανάη θέλει να σου θυμίσω πως αύριο θα γίνει χαμός. Βάλε κάτι σε πράσινο, λέει. Τα λέμε στο διάλειμμα! Δ”. Γιατί θα γίνει χαμός αύριο; Τι είναι; Ωχ! Ξαφνικά θυμήθηκα τι ξέχασα: τα γενέθλια των κοριτσιών. Κοίταξα τα κορίτσια που μου χαμογελούσαν από την άλλη άκρη της αίθουσας και έπεσα πάνω στο θρανίο μου.
Λίγο αργότερα…
«Δεν καταλαβαίνω τι κάνεις Χαρά», είπε η Δήμητρα. Έπαιζα με μια τούφα των κόκκινων μαλλιών της Δανάης.
«Τι εννοείς; Παίζω με τα μαλλιά της Δανάης». Κοίταξα τη Δήμητρα. Ήταν σκεπτική και καθάριζε τους φακούς των τετράγωνων γυαλιών της. Μόνο αυτή φορούσε γυαλιά. Ας πούμε, πως ακόμη και οι δίδυμες είναι ξεχωριστές.
«Δεν εννοώ αυτό». Ανακάθισε στο παγκάκι. Καθόμασταν στην αυλή του σχολείου και περιμέναμε τη Θεία Επιφοίτηση. «Εννοώ, τι κάνεις με τη ζωή σου;». Άφησα τα μαλλιά της Δανάης να πέσουν από τα χέρια μου και εκείνη με κοίταξε απορημένη.
«Η ζωή μου είναι χάλια μαύρα αυτή την εποχή, οπότε, ασ’ το καλύτερα». Έκρυψα την πίκρα στην φωνή μου. Η Δήμητρα περίμενε. Μετρούσα τα δευτερόλεπτα από μέσα μου. Πέρασε ένα λεπτό σε άκρα σιωπή, που την έσπασε η Δανάη.
«Χαρά, αν δεν της πεις, θα ξημερώσουμε. Ξέρεις τι πεισματάρα είναι!», με κοίταξε σαν αυτό να αρκούσε.
Το σκέφτηκα καλύτερα. Αν τα έλεγα σε κάποιον, θα τα έβγαζα από μέσα μου.
«Να, οι γονείς μου… δεν τα πηγαίνουν καλά», μίλησα μέσα από τα δόντια μου.
«Ω! Γι’ αυτό κάνεις έτσι;», με συμπόνησε η Δήμητρα.
«Σιγά μωρέ, συμβαίνουν αυτά», είπε η Δανάη και κλότσησε ένα πετραδάκι.
«Δεν… είναι έτσι. Η μητέρα μου έχει φύγει από το σπίτι από χθες, μάλλον είναι με κάποιον άλλο, έχω να δω τον πατέρα μου από το πρωί χθες και τα αδέρφια μου με ρωτάνε τι γίνεται. Και.. δεν μπορώ να τους πω, κατάλαβες; Είναι… Η Ειρήνη είναι τέσσερα και ο Νίκος, αν το μάθει, δεν θα μπορέσει να κρίνει σωστά.. είναι…», η φωνή μου έσπασε και τα μάτια μου έτσουξαν. Δεν ήταν μόνο αυτά. Ήταν ο φόβος. Ο φόβος για το μέλλον της οικογένειάς μου.
Χωρίς να το καταλάβω, βρισκόμουν στην αγκαλιά των κοριτσιών και ανάγκαζα τον εαυτό μου να αναπνεύσει.
«Ε! Ας σταματήσουμε, εντάξει;», είπε η Δανάη και χαμογέλασε αχνά, «Αύριο είναι τα γενέθλιά μας και θα γίνει χαμός!». Έκανε μια γκριμάτσα.
«Ναι. Τα πόσα κλείνεις; Τα δέκα;», την πείραξα.
«Όχι. Τα δεκαπέντε!», είπε περήφανη.
«Εγώ τα’ χω κλείσει εδώ και καιρό…», είπα αινιγματικά.
«Ναι. Πόσο είσαι δεσποινίς μεγάλη; Τριάντα;». Αρχίσαμε να γελάμε. Ήμουν ευχαριστημένη που οι δίδυμες δεν διέκριναν τον τόνο υστερίας στο γέλιο μου. Ίσως ήταν καλύτερο για εκείνες να πίστευαν πως μου έφταιξαν τη μέρα. Μόνο που η μέρα μόλις τώρα άρχιζε και δεν είχα ιδέα για αυτά που θα επακολουθούσαν… Ευτυχώς.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Τρι Φεβ 01, 2011 6:44 am

Αχ την καημένη την Χαρούλα!!! sad !! Προβλέπω κι άλλα δάκρυα, δυστυχώς. sad
Ξωτικούλι μου, συνέχεια όποτε ευκαιρέσεις! inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Τρι Φεβ 01, 2011 8:33 am

πολυ μα παρα πολυ τελειο!!!!!
Συνεχισε αγαπη μου!!! inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Σαβ Φεβ 05, 2011 12:55 am

Και... κατέφθασε συνέχεια!! Enjoy smile


ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ!
Και έρχεται το πρώτο ράγισμα στη γυάλινη σφαίρα…

«Γύρισα!». Έκλεισα την πόρτα πίσω μου και μπήκα στο σπίτι. Είχε υπερβολική ησυχία. Πέρασα από το χολ και είδα τον μπαμπά, στην κουζίνα να μαγειρεύει. Αμέσως, ήρθε στα ρουθούνια μου μια υπέροχη μυρωδιά. Φυσικά και θα ήταν υπέροχη. Ο μπαμπάς, ήταν πολύ καλός σεφ. Αυτό ήταν το επάγγελμά του.
«Καλώς την». Μόλις άκουσα την φωνή του, ανησύχησα, ή μάλλον τρομοκρατήθηκα. Ήταν βραχνή, σαν να είχε καιρό να την χρησιμοποιήσει και αδύναμη. Αυτό δεν ήταν καλό. Ο μπαμπάς ήταν πάντα δυνατός. Πήγα κοντά του.
«Μπαμπά…». Σταμάτησα. Δεν ήξερα πώς να συνεχίσω, τι να του πω. Δεν με κοιτούσε. Απλώς ανακάτευε και ψιλόκοβε. «Άκου. Που είναι τα παιδιά;», άλλαξα την ερώτησή μου βλέποντας τα κόκκινα μάτια του.
«Ω. Είναι δίπλα, στους γείτονες». Δίπλα έμενε μια πολυμελής οικογένεια με παιδιά πάνω-κάτω στην ηλικία του Νίκου.
Ωραία. Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε. Τι να πούμε, όμως; Ήθελα να τον αγκαλιάσω, να του πω πως είμαι δίπλα του, μα δεν μπορούσα. Είχα βγάλει ρίζες. Αποφάσισα πως δεν με έπαιρνε άλλο.
«Μπαμπά, πρέπει να μιλήσουμε», του είπα αποφασιστικά και κάθισα σε μια καρέκλα δίπλα του. Τον παρατήρησα καλύτερα. Τα ρούχα του ήταν βρώμικα. Προφανώς, είχε να πλύνει κάποιος εδώ μέσα καιρό. Για λίγη ώρα ανακάτευε και μετά με κοίταξε σα να με ζύγιζε.
«Ναι, μικρό μου. Θέλω να σου πω κάτι». Κάθισε στην καρέκλα δίπλα μου και μου χάιδεψε το μάγουλο.
«Α», ήταν η μόνη μου απάντηση. Ξέροντας τον μπαμπά, θα έπρεπε να τον πίεζα πολύ, για να μου μιλήσει. Αυτό το έκανε πιο εύκολο. «Λοιπόν;», τον πίεσα.
«Φεύγουμε», μου είπε απότομα. Τον κοίταξα με ανοιχτό το στόμα. Δεν ήταν η πρόταση που περίμενα. Ήθελα να μου εξηγήσει, να συζητήσουμε, ίσως, να τον παρηγορήσω. Αυτή η λέξη ήταν τελείως εκτός θέματος.
«Ε;». Έκλεισα το στόμα μου.
«Φεύγουμε», μου είπε υπομονετικά.
«Που πάμε; Ποιοι;». Δεν τον καταλάβαινα.
«Εγώ, εσύ, ο Νίκος και η Ειρήνη: φεύγουμε». Έκανα ένα λεπτό να καταλάβω το νόημα της πρότασης.
«Και για να έχουμε καλό ερώτημα, που πάμε;», τον ρώτησα χαμογελώντας. Αχ αυτός ο μπαμπάς. Τέτοια ώρα και κάνει αστεία;
«Στην Μεγάπολη. Βρήκα μια πολύ καλή θέση σε ένα μεγάλο εστιατόριο εκεί. Θα τους επιβλέπω όλους και θα νοικιάσουμε….». Σταμάτησα να παρακολουθώ. Η φωνή του μπαμπά μου ακουγόταν μακρινή για τα κανονικά δεδομένα. Ο μπαμπάς, ποτέ μα ποτέ δεν θα άφηνε την αγαπημένη του γενέτειρα, την μικρή του πόλη, για να πάει να ζήσει στην πρωτεύουσα. “Μέσα στο καυσαέριο και στους αλήτες”, άκουσα τη φωνή του παρελθόντος. Δεν γίνεται.
«Ώπα! Μπαμπά!», τον σταμάτησα απότομα. Με κοίταξε απορημένος. «Γιατί φεύγουμε; Εσύ λατρεύεις αυτό το μέρος».
«Οι άνθρωποι αλλάζουν, Χαρά», μου είπε με ψεύτικο κέφι. Κάτι συνέβαινε. «Αναθεώρησα. Και η αμοιβή που μου προσφέρουν είναι πολύ καλή. Θα γνωρίσετε τόσο κόσμο, θα κάνετε καινούργιους φίλους…», η φωνή του έσβησε. Δεν μπορούσε να με ξεγελάσει. Μοιάζαμε τόσο υπερβολικά πολύ.
Από τα τρία παιδιά του Παύλου και της Γαλήνης, εγώ ήμουν η μοναδική που του έμοιαζα. Καστανά μαλλιά, ένα πολύ ζεστό καστανό και γαλαζοπράσινα μάτια. Αυτά τα πήρα, όπως έλεγε ο μπαμπάς, από τη γιαγιά. Το θέμα ήταν πως μοιάζαμε πιο πολύ στον χαρακτήρα απ’ ότι εξωτερικά.
Τώρα τον αγριοκοίταζα.
«Μπαμπά, μην μου λες ψέματα. Δεν είμαι μικρή πια. Τα ξέρω όλα!», σταμάτησα για να τον κοιτάξω. Ήταν έντρομος. Δεν έπρεπε σταματήσω τώρα. «Για την μαμά και τον άλλο τύπο και... Άκου!», του είπα καθώς κατέβαζε το κεφάλι. «Θα γίνουν καλά τα πράγματα. Θα… θα της μιλήσω. Πάντα με άκουγε. Απλώς περνάτε μια φάση, δεν γίνεται να φύγουμε γι’ αυτό!».
Δεν με άκουγε. Είχε σκυμμένο το κεφάλι. Πήγα δίπλα του και τον αγκάλιασα. Δεν μου φαινόταν πια τόσο μεγάλος, όπως όταν ήμουν σαν το Νίκο. Τότε μου φαινόταν γίγαντας και δεν μπορούσα να αναπνεύσω μέσα στην αγκαλιά του. Συνειδητοποίησα πως είχα να τον αγκαλιάσω χρόνια, και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην το καθυστερήσω ξανά Ο μπαμπάς με είχε ανάγκη, και αυτό φαινόταν από τον τρόπο που με αγκάλιαζε. Στηριζόταν πάνω μου και ένιωθα τον πόνο του σα να ήταν δικός μου. Κάπου βαθιά, αυτός ο πόνος γινόταν δικός μου.
«Δεν είναι μόνο αυτό, έτσι;», μάντεψα και τον ένιωσα να κουνάει καταφατικά το κεφάλι του. Έκανα πίσω και περίμενα να μου πει, κρατώντας του το χέρι, ακόμη. Φάνηκε να αποφασίζει, γιατί, κούνησε το κεφάλι και μου είπε με βραχνή φωνή:
«Θα σας πάρουν από μένα αν δεν φύγουμε, Χαρά. Θα σας πάρουν και δεν θα το αντέξω. Όχι και αυτό». Η φωνή του ράγισε. Μα ποιος θα μας έπαιρνε από τον μπαμπά;
«Μα… ποιος, μπαμπά;», απόρησα, «Θα μείνουμε μαζί σου, μην ανησυχείς». Έβγαλε έναν ήχο σαν γέλιο και λυγμό μαζί.
«Αν φωνάξει η Γαλήνη το δικαστήριο και τα όργανα της τάξεως, δεν νομίζω να μπορέσετε να αντισταθείτε», είπε μελαγχολικά.
«Γιατί…»
«Έκανα βλακεία, Χαρά. Δεν αντέδρασα σωστά. Όταν έμαθα χθες… ξέρεις», είπε κοιτάζοντας κάτω, «ήπια πάρα πολύ». Περίμενε ανήσυχος περιμένοντας τον εξάψαλμο περί ανευθυνότητας και κακού παραδείγματος στα παιδιά.
«Κατανοητό, συνέχισε, σε παρακαλώ». Πήρε μια βαθιά ανάσα.
«Πήγα στο σπίτι του. Μου άνοιξε η μάνα σου. Ήμουν... εκτός εαυτού, Χαρά. Δεν θυμάμαι καν τα μισά από όσα είπα. Τα μισά από όσα έσπασα. Μετά, εμφανίστηκε εκείνος, και, ορκίζομαι, θα τον έσπαγα στο ξύλο, αλλά… η Γαλήνη με απείλησε. “Άλλο ένα βήμα”, μου είπε, “και θα φωνάξω την αστυνομία.”
»Εγώ, φυσικά, γραμμένη την είχα την αστυνομία, σε τέτοια κατάσταση βρισκόμουν και τότε… Τότε μου είπε πως… το δικαστήριο δεν θα ήθελε να έχει την επιμέλεια των παιδιών κάποιος που πίνει και είναι τόσο εκτός εαυτού». Με κοίταξε λυπημένα.
«Δεν γίνεται, μπαμπά. Εσύ δεν πίνεις και δεν είσαι ποτέ εκτός εαυτού!». Έστυψα το μυαλό μου. Όχι, ποτέ δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο πριν.
«Ναι, όμως αυτό δεν το ξέρει το δικαστήριο, κατάλαβες;»
«Σε έχουν στο χέρι για μια αδυναμία της στιγμής», ψυθίρησα. Δεν γίνεται.
Έπρεπε να βοηθήσω τον μπαμπά. Έκανα τον υπολογισμό στο μυαλό μου. Ένα κι ένα κάνουν δυο. Πρέπει να σφίξω τα δόντια. Η μαμά, ακόμη κι αν δεν μας είχε, θα ήταν χαρούμενη, με τον τύπο, την αδερφή ψυχή της, ή τέλος πάντων, όπως προτιμά να τον φωνάζει. Δεν μπορούσα να την κατηγορήσω, όμως. Παρόλο που κατάφερε να διαλύσει την οικογένειά μας, στο κάτω-κάτω διαλυμένη ήταν.
Θυμήθηκα τις μέρες πριν φύγει η μαμά. Δεν θυμόμουν την τελευταία φορά που φαίνονταν ερωτευμένοι. Η δουλειά, οι υποχρεώσεις, οι δυσκολίες της εποχής, τους αποξένωσαν. Πως θα ένιωσε η μαμά, όταν είδε αυτόν τον τύπο; Είδε σε αυτόν την ελευθερία, την χαρά, την ξεγνοιασιά και την αγάπη που ψάχνει κάθε νέα γυναίκα;
Σκέφτηκα τον μπαμπά. Αυτός ήταν πολλές φορές χειρότερα. Τον πλήγωσε η μαμά, την αγαπάει ακόμη, φαίνεται. Αν φεύγαμε μαζί της, θα τα έχανε όλα. Πως θα επιζούσε χωρίς εμάς; Ποιος θα τον φρόντιζε και ποιος θα επισκεύαζε τη ζημιά που άφησε η Γαλήνη πίσω της;
Ξεφύσηξα. Έπρεπε να στηρίξω τον μπαμπά. Με χρειαζόταν περισσότερο. Κι όμως, το να πάω να ζήσω στην Μεγάπολη… ήταν φριχτό. Θα έχανα τις φίλες μου. Έφριξα στην σκέψη του ότι οι δίδυμες είχαν τα γενέθλιά τους αύριο. Πως θα εγκατέλειπα τα φιλαράκια μου και πως θα έπιανα φιλίες με εκείνα τα κακομαθημένα που ήμουν σίγουρη πως θα γνώριζα; Θα πήγαινα σε άλλο σχολείο στη μέση του τετράμηνου. Είναι Νοέμβρης. Και αν έχανα μάθημα; Η πρώτη Λυκείου είναι σημαντική τάξη. Θα δυσκολευόμουν τόσο να προσαρμοστώ. Θα είναι δύσκολα εκεί.
Κοίταξα τον μπαμπά. Είχε το κεφάλι ανάμεσα στα χέρια του και τραβούσε τα μαλλιά του. Πήγαινε μπρος-πίσω στην καρέκλα του και είχε τόση αγωνία, προσεκτικά φυλακισμένη στα καφέ του μάτια. Πόσο εγωίστρια ήμουν; Ανάγκασα τον εαυτό μου να επαναλάβει αυτή την φράση πολλές φορές, σε σημείο να πονάω.
Ο μπαμπάς υπέφερε, φοβόταν μην μας χάσει, η μαμά είχε φύγει, ήμουν η μεγάλη κόρη και έπρεπε να βοηθήσω. Να κάνω κάπως πιο ήπιο τον πόνο. Δεν μπορούσα να τον βλέπω έτσι. Ράγιζε η καρδιά μου. Εγωίστρια! Δεν μπορείς να επιμείνεις λίγο καιρό αλλού; Τι θα γίνει; Τι θα μπορούσε να συμβεί; Στην καλύτερη περίπτωση, ο μπαμπάς θα ξεχνιόταν με το νέο εστιατόριο και εσύ θα… άντεχες. Θα ζούσες. Προτεραιότητα έχει ο μπαμπάς.
Ναι. «Μπαμπά;», τον ξύπνησα από τον λήθαργό του.
«Μμμ;».
«Πότε φεύγουμε; Προλαβαίνω να μαζέψω;». με κοίταξε και φάνηκε να καταλαβαίνει. Με αγκάλιασε ξανά και χάρηκα που τον έκανα αν όχι χαρούμενο, λιγότερο χάλια.
«Αύριο, το συντομότερο δυνατόν», μου είπε ενθουσιασμένος.
«Τι; Όχι, δεν γίνεται! Όχι αύριο!», τον παρακάλεσα. Κατσούφιασε.
«Δεν είναι ότι δεν θέλω να πάω μπαμπά», άρχισα με ψέμα, «απλώς αύριο έχουν γενέθλια οι δίδυμες και… σε παρακαλώ, ας πάμε μεθαύριο. Θέλω να χαρούν λίγο πριν μάθουν ότι φεύγω». Ο μπαμπάς το σκέφτηκε καλά-καλά.
«Καλά. Θέλω να περάσεις καλά». Τσίριξα από ευγνωμοσύνη και χαμογέλασε αχνά. «Απλώς, γύρνα μέχρι τις δέκα το βράδυ. Θα κλείσω εισιτήρια για τη βραδινή πτήση…», σκέφτηκε φωναχτά. Ήμουν έτοιμη να τον ευχαριστήσω, αλλά κάτι μου μύριζε άσχημα…
«Μπαμπά, το φαγητό καίγεται», τον προειδοποίησα.
« Ωχ»και πετάχτηκε πάνω για να σώσει την κατάσταση.

«Χαρά, αυτά που να τα βάλω;», ρώτησε ο Νίκος δείχνοντας μου με εμφανή αηδία στο πρόσωπό του, τις κούκλες της Ειρήνης. Αφού τα είχα τακτοποιήσει όλα ονοματικά, που δυσκολευόταν;
«Στην κούτα που γράφει Ειρήνη, χαζέ».
Είχα περάσει το προηγούμενο βράδυ επινοώντας κάποιους καλούς λόγους για να φύγουμε. Βοήθησε και ο μπαμπάς. Θα ήταν κάπως αφύσικο στα μάτια δυο μεγαλύτερων παιδιών. Βέβαια, η Ειρήνη δέχτηκε. Πάντα με έβλεπε σαν κάτι περισσότερο από αδερφή. Κάτι σαν μαμά. Ήταν φυσιολογικό, αφού φρόντιζα πάντα για την μικρή μου αδερφούλα όταν έλειπε η μαμά σε διάφορα σεμινάρια ψυχολογίας που ήταν αδύνατον να χάσει, δηλαδή πάντα. Ήλπιζα να έβρισκε παιδάκια για παρέα στη Μεγάπολη. Δεν θα ήταν καθόλου καλό το να είναι μόνη της και να αναρωτιέται που είναι η μαμά.
Το περίεργο ήταν πως ο Νίκος-ο Νίκος!- δεν κατάλαβε τίποτα. Όταν του είπαμε εγώ και ο μπαμπάς πως μετακομίζουμε στη Μεγάπολη, μόνο που δεν τραγουδούσε τον εθνικό ύμνο. Και όλα αυτά, γιατί η αγαπημένη του ομάδα ποδοσφαίρου, η “Νίκη” έχει την έδρα της στη Μεγάπολη. Αγόρια! Αν είναι δυνατόν. Όμως αυτό μας βόλευε.
Το δυσκολότερο ήταν να ξέρω την αλήθεια, να ξέρω πως φεύγουμε, πως δεν το ήθελα, πως θα αφήναμε τόσα πίσω μας κι όμως, έπρεπε να παριστάνω την ενθουσιασμένη. Το χειρότερο ήταν πως η Ειρήνη ήθελε να δει την μαμά πριν φύγουμε και της είχα υποσχεθεί πως θα την δει. Και το πλέον τρελό, ήταν πως έπρεπε να περάσω δύο ολόκληρες ώρες στο πάρτι της Δήμητρας και της Δανάης, να τους βλέπω όλους, τα παιδιά που θα μου λείψουν, λίγες ώρες πριν τη φυγή. Αυτό δεν γίνεται.


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Σαβ Φεβ 05, 2011 1:33 am

Αχουουουουουου
Σχεδον εβαλα τα κλαματα!! crying

Θελουμε συνεχεια inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Σαβ Φεβ 05, 2011 7:48 am

Μάζι σου Μαράκι!! crying
Ξωτικό, συνέχεια παρακαλώ!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Κυρ Φεβ 06, 2011 1:35 am

Μετά από απαιτήσεις, ήρθε πιο γρήγορα συνέχεια!
Σπόιλερ:
 

ΤΡΕΞΕ!!!

Πέρασα το κατώφλι της πόρτας και χαμογέλασα στη Δανάη. Φορούσε μαύρο κολλητό παντελόνι και πράσινη μπλούζα. Τα μαλλιά της ήταν πανέμορφα, είχε κάνει τα συνήθως ίσια μαλλιά της μπούκλες και ήταν πολύ όμορφη. Άφησα ένα λυγμό.
«Χαρούλα!», με κοίταξε ανήσυχη.
«Απλώς», ρούφηξα τη μύτη μου, «είμαι τόσο χαρούμενη και συγκινημένη!», εξήγησα και την αγκάλιασα.
«Χαρά, ήρθες!». Εμφανίστηκε στο κατώφλι και η Δήμητρα. Νέο κύμα συγκίνησης.
«Μεγαλώνετε τόσο γρήγορα», της είπα ψέματα και γέλασα με την έκφρασή της. Πόσο θα μου έλειπε.
Τώρα την παρατηρούσα καλύτερα. Φορούσε ένα όμορφο πράσινο φόρεμα, με ένα γκρι λουλούδι χαμηλά στην πλάτη. Είχε κάνει και αυτή σγουρά τα κόκκινα μαλλιά της, αλλά τα είχε πιασμένα σε ένα κομψό κότσο.
Ενώ τα κορίτσια με οδηγούσαν στο γνωστό σαλόνι με τις κρεμ αποχρώσεις, ευγνωμονούσα τη μικρή Ειρήνη. Είχε επιμεληθεί η ίδια το ντύσιμό μου, κάτι που της ανέθεσα σε μια προσπάθεια να την κάνω χαρούμενη, ενώ εγώ έτρεχα σε όλο το σπίτι, πακετάροντας. Έτσι την ξεπλήρωνα για το ψέμα που της είπα, πως θα δει τη μαμά.
Η αλήθεια ήταν πως είχα ξεχάσει πως ήταν η χρονιά του πράσινου. Κάθε χρόνο, στα γενέθλια των κοριτσιών, υπήρχε ο Κώδικας Ντυσίματος, με ένα συγκεκριμένο χρώμα, που έπρεπε να φορούν όλοι. Αναρωτήθηκα αν η Ειρήνη είχε διαλέξει αυτά τα ρούχα κατά τύχη. Μου είχε δώσει, μετά από εξονυχιστικό ψάξιμο στη ντουλάπα μου, μια μαύρη κοντή φούστα, σε στυλ σαλοπέτας και μια πράσινη μπλούζα με μαύρα αστέρια κεντημένα πάνω. Μετά, πέρασα μισή βασανιστική ώρα, λέγοντας της πως δεν θέλω να με χτενίσει, και τελικά, αναγκάστηκα να πιάσω μόνη τα μαλλιά μου σε δυο πλεξούδες. Θα άφηνα την Ειρήνη να με χτενίσει μόνο αν ήθελα να μείνω γουλί.
Το σαλόνι ήταν γεμάτο από κόσμο. Φίλους από το σχολείο, γνωστούς από τη γειτονιά, ξαδέρφια των διδύμων… Υπήρχαν πολλοί που δεν ήξερα και σκέφτηκα πως δεν θα τους γνώριζα. Τα κορίτσια, με πήγαιναν εδώ κι εκεί, επιμένοντας να φάω, γιατί έδειχνα χλομή, συστήνοντας μου κόσμο και κοσμάκη, ενώ εγώ ήμουν τελείως μπερδεμένη.
Έπρεπε να ομολογήσω πως η κυρία Ελένη είχε κάνει καλή δουλειά. Ο μπουφές ήταν τεράστιος και είχε τρόφιμα και αναψυκτικά κάθε γούστου. Η διακόσμιση του σπιτιού ήταν υπέροχη και κυριαρχούσε το πράσινο. Και στους τέσσερις τοίχους ήταν κρεμασμένα πανό που έγραφαν “XΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΤΗ ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΑΙ ΣΤΗ ΔΑΝΑΗ” και “ΚΛΕΙΝΟΥΜΕ ΤΑ 15”.
«…. Και, αυτός εδώ είναι ο ξάδερφός μου ο Γιάννης και εκείνη η ξαδέρφη μου η Κάτια…». Η Κάτια μου χαμογέλασε και ο Γιάννης μου έκλεισε το μάτι. Τον έκοψα με το μάτι. Πρέπει να με περνούσε δύο χρόνια… Τέλος πάντων… Γύρισα από την άλλη.
«Ε! Χαρά! Θέλεις να καθίσεις μαζί μας;», με ρώτησε ο Γιάννης. Ζύγισα τις επιλογές: α)πηγαίνω στο δωμάτιο των κοριτσιών και κλειδώνομαι εκεί μέχρι να κόψουμε την τούρτα, να τους δώσω το δώρο και να φύγω, β)να το σκάσω από αυτόν τον τύπο και γ)να καθίσω και να κάνω τις φίλες μου ευτυχισμένες. Επέλεξα το γ), κοιτάζοντας το φωτισμένο πρόσωπο της Δήμητρας. Θα’ πρεπε να’ μαι ευχάριστη παρέα, ενώ εγώ είχα ένα ύφος σαν να πήγαινα σε κηδεία Κοίταξα στο καναπέ και μου έδειξε να καθίσω δίπλα του. Κάθισα αναστενάζοντας και προσπάθησα να ελέγξω τις εκφράσεις του προσώπου μου.
«Τι ώρα κόβουμε την τούρτα, τέλος πάντων;», ρώτησα τη Δήμητρα με κέφι.
«Σε λίγο! Αχ, είναι πολύ ωραία και ελπίζω να σου αρέσει. Βασικά έχει βάση τη βανίλια και έχει πορτοκάλι και μπανάνα, οπότε, είμαι σίγουρη πως θα σου αρέσει!», και συνέχισε να τιτιβίζει χαρούμενα, ενώ η ώρα περνούσε και ο Γιάννης μου κολλούσε όλο και πιο πολύ.
«…Λοιπόν;», με ρώτησε ρίχνοντας μου ένα σαγηνευτικό, νόμιζε βλέμμα.
«Λοιπόν, τι;», τον ρώτησα. Μου χαμογελούσε τόσο ηλίθια. Καλά, δεν ήταν και άσχημος, ήταν ένα αρκετά εμφανίσιμο αγόρι, με κόκκινα μαλλιά, κατάλευκη επιδερμίδα και μαύρα μάτια, αλλά πραγματικά, δεν είχα καμία όρεξη για γνωριμίες.
«Είσαι… μόνη;», με ρώτησε και έπαιξε με ένα μπαλάκι, που του έπεσε αμέσως. Κρατήθηκα για να μη γελάσω. Τα αυτιά του είχαν πάρει την ίδια απόχρωση με τα μαλλιά του. Καλοσκέφτηκα την ερώτηση.
«Όχι», για την ακρίβεια, ποτέ δεν είμαι μόνη, είπα στον εαυτό μου.
«Λογικό», είπε εμφανώς στεναχωρημένος, «ένα τόσο όμορφο κορίτσι μόνο του!;». δεν τον καταλάβαινα τον τύπο. Με κοιτούσε σαν να ήμουν εξωγήινος.
«Και που είναι το περίεργο;», του είπα, «έχω πάντα καλούς φίλους δίπλα μου. Εννοώ, και να θέλω να μείνω μόνη, δεν με αφήνουν». Κοίταξα τα κορίτσια.
«Α! Εγώ εννοούσα αν έχεις αγόρι. Ξέρεις». Ναι, λες και δεν είχα άλλες σκοτούρες από ένα αγόρι. Και αν σου έμοιαζε κιόλας…, ήθελα να του πω. Ότι κι αν προσπαθούσε να κάνει, κατέληγε με μια ξεκαρδιστική έκφραση. Μάλλον ήταν οικογενειακό, σκέφτηκα και θυμήθηκα τις άλλοτε ξέγνοιαστες μέρες που ζητούσα από τη Δανάη να κάνει την αγαπημένη μου γκριμάτσα.
Όσο κι αν προσπαθούσα να δείξω ευδιάθετη, δεν μπορούσα. Η ώρα περνούσε και στεναχωριόμουν όλο και περισσότερο που θα έφευγα.
«Ήρθε η τούρτα!», είπα χαρούμενα και σηκώθηκα για να τραγουδήσω και εγώ. «Άντε, σήκω», του είπα. Σίγουρα θα έβριζε από μέσα του και το κέφι μου έφτιαχνε όλο και πιο πολύ.
Η τούρτα ήταν διώροφη, σε ανοιχτό χρώμα, με καραμέλα και αμύγδαλα από πάνω. Τα κορίτσια-τα κοριτσάκια μου-στέκονταν δίπλα, ακούγοντας το τραγουδάκι. Μόλις τελείωσε, όλοι χειροκροτούσαν. Είδα λίγο πιο δίπλα ένα αγόρι, γνωστό, να σφυρίζει. Τα κορίτσια έκαναν μια ευχή, κλείνοντας την ίδια στιγμή τα μάτια και φύσηξαν μαζί τα δεκαπέντε κεριά. Ήταν τόσο ίδιες. Ήμουν τόσο χαρούμενη.
«Έλα, Χαρά, πάρε το κομμάτι σου», μου είπε η Δανάη και μου έδωσε ένα πιάτο γεμάτο, μέχρι πάνω. Γέλασα και τους έδωσα τα δώρα μου. Τα άνοιξαν με λαχτάρα στα μάτια. Η Δανάη άνοιξε γρήγορα το δώρο της. Ήταν ένα αναμνηστικό άλμπουμ, σε χρυσό χρώμα. Το ξεφύλλισε αμέσως. Η επένδυση και τα φύλλα ήταν και αυτά χρυσά και σκληρά. Είχα βάλει μέσα όλες μας τις φωτογραφίες, από τον Παιδικό Σταθμό που γνωριζόμασταν, μέχρι τώρα. Γύρω από κάθε σελίδα, είχα γράψει τις λέξεις φίλες, φίλες, φίλες με χρυσό στυλό και τα καλύτερά μου γράμματα.
«Αχ! Είναι τόσο όμορφο Χαρούλα!», η Δανάη είχε δακρύσει, κάτι πολύ περίεργο.
Τώρα, η Δήμητρα άνοιγε το δικό της δώρο. Τριάντα τετράδια, με διαφορετικά εξώφυλλα, τα πιο περίεργα. Άλλα μαύρα με κιθάρες πάνω, πολλά forever friends, άλλα με μπλε ηλεκτρίκ εξώφυλλο και τα πιο περίεργα λουλούδια. Πολλά είχαν αστεράκια, άλλα πεταλούδες, άλλα κόκκινες καρδιές, τα πιο τρελά σχέδια…
«Αλλά κανένα φούξια!», της είπα. Φυλλομέτρησε ένα. Στην πρώτη σελίδα του κάθε τετραδίου είχα γράψει με στυλό σε ίδιο χρώμα με του εξώφυλλου Δ + Χ + Δ = Κ. Φ. Γ. Π.
«Ευχαριστώ πολύ Χαρά», είπε η Δήμητρα και μετά γέλασε. «Μου αρέσει πολύ…»
Τις κοίταξα για λίγο, καθώς άνοιγαν και τα άλλα δώρα.
«Βλέπω, ο Γιάννης σε γλυκοκοιτάζει», είπε η Δανάη πονηρά. Την αγριοκοίταξα. Ξαναγέλασε. Πάντα πρέπει να είναι τόσο παρατηρητική;
Καθώς τις κοίταζα όμως και καταλάβαινα πως πλέον, τα παιδιά έχασαν το ενδιαφέρον τους για τα δώρα και είχαν απομακρυνθεί και χωριστεί και πάλι σε παρέες, κατάλαβα πως δεν έπρεπε να φύγω έτσι απλά.
«Χαρά, σ’ αρέσει αυτό; Χαρά!», φώναξε η Δήμητρα. Μου έδειξε ένα μαύρο φόρεμα. Δεν μπόρεσα καν να το αξιολογήσω. Την παρατήρησα για λίγο χωρίς να την κοιτάζω.
«Κορίτσια, φεύγω», είπα ψυθιριστά.
«Τόσο νωρίς;», παραπονέθηκε η Δανάη.
«Ακόμη εφτά είναι», με ενημέρωσε η Δήμητρα.
«Δεν καταλάβατε… Μετακομίζουμε στη Μεγάπολη». Με κοίταζαν απορημένες. Η Δανάη είχε ένα ύφος σαν να της είχε δώσει κάποιος χαστούκι. Αυτή που ανέκτησε πρώτη την φωνή της ήταν η Δήμητρα.
«Γιατί;»
Της εξήγησα. Τους τα είπα όλα. Ότι είχε γίνει με τη μαμά, γιατί ο μπαμπάς ήθελε να φύγουμε. Τον φόβο μου για τα αδέρφια μου, πως δεν ήθελα να πάω, δεν ήθελα να φύγω, όμως έπρεπε για χάρη του πατέρα μου. Τα είπα και ησύχασα και ήξερα πως με καταλάβαιναν απόλυτα ή τουλάχιστον, προσπαθούσαν.
«…Θα μου λείψετε τόσο!», κλαψούρισα και τις αγκάλιασα. Με κράτησαν στην αγκαλιά τους και δεν είπαμε τίποτα άλλο. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πως καθόμασταν στον καναπέ.
«Ελάτε για φωτογραφία!», φώναξε η κυρία Ελένη, η μητέρα των κοριτσιών. Σκουπίσαμε η μια τα δάκρυα της άλλης, και πήγαμε να ποζάρουμε αγκαλιά.
«Να τις βάλετε κι αυτές στο άλμπουμ, ναι;»
«Ναι, θα τις βάλουμε», με καθησύχασε η Δανάη.
Μείναμε για λίγο αγκαλιασμένες. Είδα με την άκρη του ματιού μου το Γιάννη να μας κοιτάζει παραξενεμένος. Χαμογέλασα αχνά.
Τότε, χτύπησε το κινητό μου. Το έβγαλα από την τσέπη της φούστας μου και κοίταξα το ρολόι στο χέρι μου. Ήταν μόλις οχτώ και μισή και ο μπαμπάς μου είχε πει να γυρίσω στις δέκα. Θα φεύγαμε με την πτήση των έντεκα.
Κοίταξα τον αριθμό.
«Ποιος είναι;», ρώτησε η Δανάη.
«Απόκρυψη αριθμού». Περίεργο. «Μάλλον θα είναι φάρσα». Το σήκωσα:
«Παρακαλώ;»
«Καλησπέρα. Η δεσποινίς Διαμαντίου;», με ρώτησε μια σοβαρή, αντρική φωνή.
«Ναι», απάντησα ακόμη πιο περίεργη. Ποιος να είναι άραγε;
«Τηλεφωνώ από το αστυνομικό τμήμα. Καλείστε να έρθετε». Ήταν κοφτή απάντηση. Άρχισα να ανησυχώ.
«Τι συμβαίνει; Έχει γίνει κάτι;». Δεν είχα κάνει κάτι, ποτέ δεν έκανα, οπότε, είχε συμβεί κάτι άσχημο. Σκέφτηκα τους γονείς μου και τα αδέρφια μου και τρελάθηκα.
«Θα τα πούμε όλα στο τμήμα», μου απάντησε το όργανο της τάξεως και το έκλεισε.
Κατέβασα το κινητό από το αφτί μου καθώς μια φωνή ούρλιαζε μέσα στο κεφάλι μου. ΤΡΕΞΕ!!!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Κυρ Φεβ 06, 2011 2:22 am

Δεν το πιστεύω!!
Το τηλεφώνημα χάλασε την όλη ατμόσφαιρα!!! -.-
Και αναρωτιέμαι τι στο καλό έγινε... think
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Κυρ Φεβ 06, 2011 2:33 am

Σπόιλερ:
 

2)Εδω πραγματρικα εβαλα τα κλαματα crying

3)Θελω συνεχεια!!!! inloving

4)Ξωτικουλι γραφεις ΤΕΛΕΙΑ!!!!! in love
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Κυρ Φεβ 06, 2011 4:46 am

Παράθεση :
Και αναρωτιέμαι τι στο καλό έγινε...
Τι ωραία!! Έτσι, να' χετε αγωνία lolll laugh (Ναι, δεν λέω) bounce

Παράθεση :
1)Ολα τα χρονια της μεζερης ζωης μου εψαχνα φιλους που να μοιαζουν με τη Δαναη και τη Δημητρη.Πανω στην απελπισια μου βρεθηκα εδω και δεν βρηκα μονο δυο αλλα παραπανω κολλυτες!!!!!Που τις λατρευω!!!
Χαίρομαι πολύ...! Κι εγώ βρήκα φίλες εκεί που δεν το περίμενα. Εδώ! και η ζωή σου δεν είναι μίζερη. hug

Παράθεση :
4)Ξωτικουλι γραφεις ΤΕΛΕΙΑ!!!!!
Εδώ βάζω εγώ τα κλάματα από συγκίνηση και χαρά in love

Παράθεση :
Θελω συνεχεια!!!!
Θα έρθει σύντομα!

Σπόιλερ:
 
Ευχαριστώ πολύ κοριτσάκια μου! inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Undying Curse
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 7462
Registration Date : 29/03/2010

Character sheet
Magic Object: Το χαμένο διάδημα
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Κυρ Φεβ 06, 2011 5:55 am

ηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηηη είναι τέλειοο!!!Αριάδνη μου και εγώ το αγαπώ!!!! συνέχισε σε παρακαλώ πολύ!!!πρώτη φορά κάθομαι στυλωμένη ακίνητη μπροστά στο πς και διαβάζω!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Δευ Φεβ 07, 2011 2:04 am

Ευχαριστώ Ελπιδάκι! Χαίρομαι!hug Η συνέχεια ήρθε πιο γρήγορα απ' όσο πίστευα! Ετοιμαστείτε...


ΟΜΑΔΕΣ

«Χαρά;»
«Τι έπαθε;»
«Τι συνέβη;». Άκουγα φωνές ανθρώπων αρκετά κοντά μου, όμως ήταν όλα μπερδεμένα. Δεν ήξερα που ήμουν και γύρω μου μαινόταν ένας πανικός. Δεν μπορούσα να ξεχωρίσω τα όσα λέγονταν. Ήταν σαν να άκουγα δέκα συχνότητες ταυτόχρονα.
«Ω, Θεέ μου!». Πετάχτηκα πάνω. Δηλαδή, νόμιζα πως με κάποιον τρόπο είχα ανυψωθεί, ενώ στην πραγματικότητα το σώμα μου ήταν ακίνητο ακόμη, τα δάχτυλά μου ακόμη κρατούσαν το κινητό στην ίδια θέση. Είχα πάθει σοκ. Τα κορίτσια με κοίταξαν σαν να φοβόντουσαν για την ψυχολογική μου ακεραιότητα. Η λέξη ψυχολογική δεν βοήθησε, γιατί με έκανε να θυμηθώ τη μαμά και η φωνή έγινε ακόμη πιο έντονη στο κεφάλι μου. Τι έπρεπε να κάνω; Το μόνο σίγουρο ήταν πως έπρεπε να τρέξω. Θα έτρεχα, θα πήγαινα πετώντας αν χρειαζόταν, σκέφτηκα και έκανα μια κίνηση με τα χέρια μου, σα να πετούσα. Τότε ένιωσα ένα ταρακούνημα και ένα χαστούκι.
Ξύπνησα στην πραγματικότητα. Είμαι στο πάρτι των διδύμων και δεν έχω μεταφορικό μέσο. Κοίταξα τριγύρω μου και είδα προς μεγάλη μου έκπληξη πως βρισκόταν δίπλα μου οι δίδυμες, ο Γιάννης και κάποιοι άλλοι, με παρατηρούσαν ανήσυχοι. Συνειδητοποίησα βλέποντας πως τους κοίταζα από πιο χαμηλά από ότι συνήθως, πως ήμουν στο πάτωμα και αυτοί, όλοι τους ανήσυχοι από πάνω μου. Προφανώς θα είχα πέσει δίχως να το καταλάβω.
«Μήπως πρέπει να της δώσω το φιλί της ζωής;», αναρωτήθηκε, δήθεν αδιάφορα ο Γιάννης. Ναι, κάνε όρεξη, ήθελα να του πω, όμως δεν μπορούσα. Βιαζόμουν. Σηκώθηκα απότομα και όλοι τους προσπάθησαν να με σπρώξουν προς τον καναπέ.
«Λυπάμαι, κορίτσια, πρέπει να φύγω». Τους εξήγησα γρήγορα τι έγινε.
«Μα, μόλις λιποθύμησες. Πρέπει να καθίσεις και να συνέλθεις πρώτα!», είπε η Δήμητρα.
«Πραγματικά, δεν έχω χρόνο». Την κοίταξα. «Κάτι έχει γίνει, κατάλαβέ με!», την παρακάλεσα.
Μέσα μου, ήθελα να τα παρατήσω όλα και να τρέξω στο αστυνομικό τμήμα. Δεν με ένοιαζε τι θα έλεγαν οι άλλοι καλεσμένοι, όμως δεν έπρεπε να πληγώσω τα κορίτσια. Τα είχα ήδη κάνει κομμάτια με το που τους είπα πως φεύγω. Δεν μπορούσα όμως να χρονοτριβώ άλλο. Έκαιγαν τα πνευμόνια μου από την ανησυχία.
«Πρέπει να σε πάμε γρήγορα», μου είπε η Δανάη, «να βρούμε μέσο». Την κοίταξα με ευγνωμοσύνη.
«Ο Γιάννης έχει μια τρελά γρήγορη μηχανή», πρότεινε διστακτικά η Δήμητρα. Τον κοίταξα. Είχε το ύφος του νικητή. Δεν με ένοιαζε.
«Καλά, γρήγορα!».
Αγκάλιασα γρήγορα τα κορίτσια, τους ευχήθηκα χρόνια πολλά και αυτές μου ευχήθηκαν να ζήσω με τη γρήγορη μηχανή.
Βγήκαμε στην όμορφη αυλή με τα λουλούδια κάνοντας βιαστικά βήματα..
«Να σε βοηθήσω να ανέβεις», προσφέρθηκε ο Γιάννης. Κρατήθηκα να μην του πω να σκάσει με τους ιπποτισμούς και να πατήσει γκάζι.
Τελικά ξεκινήσαμε. Έξω ήταν σκοτάδι. Η μέρα τελειώνει γρήγορα το χειμώνα, άλλος ένας λίθος που με έκανε να ανατριχιάζω εκείνη τη μέρα. Ήταν σα να συνωμοτούσαν όλα εναντίον μου. Έπρεπε όλα να τελειώσουν τόσο γρήγορα; Ήμουν γεμάτη ανασφάλεια. Και αν είχε χτυπήσει ο μπαμπάς; Μάλλον θα έπρεπε να ανησυχώ μήπως τρακάρουμε εμείς. Κανείς από τους δυο δεν φορούσε κράνος, κάτι άκρως ανησυχητικό με την ταχύτητα που τρέχαμε, αλλά δεν είχα χρόνο να σκεφτώ τον εαυτό μου, καθώς η πόλη περνούσε από τα μάτια μου σαν αστραπή.
Η μηχανή ήταν τεράστια και πολύ γρήγορη. Αναρωτήθηκα με πόσα τρέχαμε και γιατί στο καλό έτρεχε τόσο πολύ ο τύπος, όμως μετά θυμήθηκα πως του μόλις του το ζήτησα εγώ αυτό. Μετρούσα τα λεπτά καθώς κυλούσαν και έσκυψα μπροστά για να προστατευτώ από το αγιάζι. Έκανε πολύ κρύο και δεν φορούσα ούτε καν ζακέτα.
Αναρωτήθηκα αν τα πράγματά μου ήταν στο σπίτι ή τα είχε φορτώσει ο μπαμπάς ήδη στο αμάξι. Γιατί, όλα μου τα πράγματα, ήταν μέσα σε βαλίτσες και κούτες.
Ο Γιάννης έκανε μια απότομη στροφή και σταματήσαμε μπροστά στο αστυνομικό τμήμα. Κατέβηκα από τη μηχανή και παραπάτησα. Τελικά βρήκα την ισορροπία μου.
«Ευχαριστώ πολύ, Γιάννη. Στο χρωστάω χάρη». Αν και δεν θα τον ξαναέβλεπα, οπότε, ούτε γάτα, ούτε ζημιά.
«Τίποτα. Τα λέμε, Χαρά», μου χαμογέλασε.
Δεν είχα χρόνο για άλλη κουβέντα και έτσι έτρεξα προς το μεγάλο κτίριο. Με μεγάλη μου ανησυχία, είδα έξω από το τμήμα το μαύρο τζιπ του μπαμπά και ένα άλλο άγνωστο κόκκινο αμάξι. Έσπρωξα την πόρτα, με έναν κόμπο στο λαιμό. Τι γίνεται;
* * *
Μπροστά μου, στη ρεσεψιόν, καθόταν μια γυναίκα σε ένα γραφείο, με στολή αστυνομικού και ύφος Είμαι-Πολύ-Χρήσιμη και Ικανή-Για να Κάθομαι-Εδώ. Πήγα ευθεία μπροστά και ξερόβηξα. Η αστυνομικός σήκωσε τα μάτια της από την οθόνη του υπολογιστή και με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
Ανησύχησα. Είχε ένα βλέμμα σαν να την πείραζε η παρουσία μου. Μήπως έκανε κάτι σημαντικό και την διέκοπτα; Έλεος Χαρά! Σε κάλεσαν εδώ!
«Ναι;»
«Εεε… Ονομάζομαι Χαρά Διαμαντίου, με καλέσατε πριν λίγο και μου είπατε να-»
«Ναι, ναι, ναι! Πρώτη πόρτα δεξιά στο διάδρομο και κάνε ησυχία, παρακαλώ», με διέκοψε. Έπειτα, συνέχισε τη δουλειά της, σαν να μην συνέβη τίποτα. Μα γιατί να κάνω ησυχία; Κοιμόταν κανείς, ή μήπως βρισκόμουν σε κηδεία; Στην σκέψη αυτή ανατρίχιασα.
Η πρώτη πόρτα στα δεξιά του διαδρόμου ήταν ξύλινη και στη μέση, είχε γυαλί, σε κυκλικά σχήματα, έτσι ώστε να βλέπω κάποια σχήματα από μέσα, όμως να μην διακρίνω καθαρά. Πήρα βαθιά ανάσα. Τα χέρια μου έτρεμαν. Και χτύπησα την πόρτα.
«Περάστε», ακούστηκε η ίδια σοβαρή, αντρική φωνή που με πήρε τηλέφωνο. Έστριψα το πόμολο και μπήκα.
Το δωμάτιο ήταν, ούτε μεγάλο, ούτε όμως μικρό. Είχε λευκούς τοίχους, με πίνακες ανακοινώσεων. Κοίταξα τους πίνακες. Υπήρχαν φωτογραφίες-κακοποιών το δίχως άλλο- και παλιά αποκόμματα εφημερίδων. Στο δωμάτιο υπήρχαν επίσης δυο μεγάλες βιβλιοθήκες με χοντρούς τόμους και δυο γραφεία από σκούρο ξύλο.
Πίσω από το ένα γραφείο καθόταν ένας μεσήλικας αστυνομικός, με αρχές φαλάκρας. Απέναντί του στο γραφείο καθόταν η πιο περίεργη παρέα: ο μπαμπάς Παύλος, η μαμά Γαλήνη, τα αδέρφια Νίκος και Ειρήνη και… ο άντρας που δεν γνώριζα δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω ποιος ήταν.
Είχα μείνει με το χέρι στο πόμολο και το βλέμμα καρφωμένο πάνω τους. Η μαμά με κοιτούσε με κόκκινα μάτια-έκλεγε; Χάρηκα που άργησα και το έχασα αυτό. Μου ήταν δύσκολο να την κοιτάξω κατάματα.
Πέρασα στον επόμενο. Ο μπαμπάς. Δεν κοιτούσε κανέναν. Θα του ήταν σίγουρα τόσο δύσκολο να βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο με τη μαμά και… τον τύπο, και τα μικρότερα παιδιά του που σίγουρα, ένα λεπτό πιο πριν, ζητούσαν εξηγήσεις. Την ώρα που τον κοίταζα, γύρισε και με κοίταξε στα μάτια. Ήταν τέτοια η απόγνωση που αντίκρισα , που ταλαντεύτηκα. Κατάλαβα αμέσως.
Προχώρησα στα αδέρφια μου. Η Ειρήνη με κοιτούσε με ένα χαρούμενο βλέμμα, καλωσορίσματος. Τουλάχιστον, η ευχή της εκπληρώθηκε. Είδε τη μαμά. Αν και δεν καταλάβαινε τίποτα. Ευχήθηκα να ήμουν τετράχρονο και να μην καταλάβαινα τίποτα. Σίγουρα θα νόμιζε πως βρισκόταν σε πάρτι, ή σε μια οικογενειακή γιορτή.
Ο Νίκος, από την άλλη, με κοιτούσε με ένα πληγωμένο βλέμμα. Αυτός, είχε καταλάβει… Πόσο δεν ήθελα να συμβεί αυτό… Τώρα αισθανόταν σαν εμένα, μόνο που δεν θα μπορούσε να κρίνει σωστά και αισθανόταν πως τον πλήγωσα. Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να επανόρθωνα σε αυτό.
Ο μόνος που δεν κοίταξα, ήταν ο άλλος. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου τρέμοντας και πήγα να καθίσω στην καρέκλα που μου υπέδειξε ο αστυνομικός, δίπλα στην Ειρήνη. Χάρηκα που δεν καθόμουν δίπλα στην μαμά ή στον μπαμπά, γιατί με αυτή την κίνηση, κάποιος από τους δύο θα πληγωνόταν.
«Λοιπόν…», άρχισε ο αστυνομικός με επαγγελματικό ύφος, «νομίζω πως ξέρεις γιατί είμαστε εδώ, Χαρά». Το καλοσκέφτηκα.
«Η αλήθεια είναι πως όχι», είπα με βραχνή φωνή. Όχι, δεν ήξερα και δεν ήθελα να μάθω, ήθελα να συμπληρώσω.
Ο αστυνομικός φάνηκε να απογοητεύεται και να νιώθει άβολα. Ξερόβηξε.
«Όπως φυσικά γνωρίζεις, οι γονείς σου έχουν έρθει σε…», κόμπιασε κοιτάζοντας την Ειρήνη που κοιτούσε τριγύρω περίεργη. Ο αστυνομικός φάνηκε να παίρνει μια απόφαση. «Σε ρήξη», ολοκλήρωσε και με κοίταξε ερωτηματικά.
Προσπάθησα να κρατήσω ανέκφραστο το πρόσωπό μου και έσφιξα τα χέρια μου κάτω από το κάθισμα, γιατί έτρεμαν.
«Ναι», απάντησα και δεν αναγνώρισα την φωνή μου. Όλοι μκοιτούσαν και επικεντρώθηκα στον αστυνομικό.
«Μάλιστα, μάλιστα…», είπε. «Τώρα, έχει γίνει ήδη η αίτηση διαζυγίου και το θέμα είναι… η επιμέλεια των παιδιών». Το περίμενα. Τα χέρια μου έτρεμαν τόσο που έμπηξα τα νύχια μου βαθιά μέσα στο δέρμα μου. «Και όταν λέω “των παιδιών”, εννοώ και τη δική σου», είπε ο αστυνομικός.
Και αυτό το είχα καταλάβει. Δεν χρειαζόταν να μου το διευκρινίσει. Κοίταξα το Νίκο. Ήταν τόσο θυμωμένος, στεναχωρημένος και στο νέο του πρόσωπο αποτυπωνόταν ένα συναίσθημα που δεν είχα ξαναδεί πάνω του και με τρόμαξε: μίσος. Ανατρίχιασα. Δεν μου ήταν δύσκολο να καταλάβω για ποιον ήταν αυτό το μίσος. Ήταν για αυτόν. Έκανα μια προσπάθεια να μην τον κοιτάξω.
«Κατανοητό. Εμάς τι μας χρειάζεστε;». Δεν πρόλαβα να κρύψω το θυμό μου και έδειξα τα παιδιά. Γιατί έπρεπε να είμαστε όλοι εκεί; Για να το μάθουν και τα παιδιά; Για να νιώσει μίσος ο Νίκος; Για να κλαίει η Ειρήνη; Την κοίταξα ανήσυχη. Ευτυχώς που δεν καταλάβαινε. Γύρισα στη μαμά και στον μπαμπά. Δεν μιλούσαν. Είχαν γυρισμένο αλλού το βλέμμα. Στον αστυνόμο. Τον κοίταξα και εγώ.
Τώρα είχε ένα ακόμη πιο επαγγελματικό βλέμμα.
«Ναι», κοίταξε και αυτός τα παιδιά και μετά γύρισε ξανά το βλέμμα του σε εμένα, «οι γονείς σου», έκανε ένα νεύμα προς το μέρος τους. Είχαν μείνει και οι δυο στήλες άλατος, «ζήτησαν να γίνει δικαστήριο και να αποφασίσει αυτό ποιος θα έχει την επιμέλεια των παιδιών.
»Φυσικά, υπάρχει περίπτωση να χωριστείτε», είπε και με διαπέρασε τρόμος, «αλλά», τόνισε, «θα’ θελα να το κάνουμε με τον άλλο τρόπο»
Τον κοίταξα ερωτηματικά, με μια ελπίδα.
«Ο οποίος είναι;»
«Να διαλέξετε εσείς με ποιόν θέλετε να πάτε, τουλάχιστον μέχρι να βγει το διαζύγιο», απάντησε άνετα ο αστυνομικός, νομίζοντας πως αυτή ήταν η καλύτερη λύση. Προτιμώ να μπω εσώκλειστη σε ένα σχολείο στο εξωτερικό, μέχρι να κλείσω τα δεκαοκτώ, παρά να διαλέξω….
Ένιωθα όπως όταν ήμουν μικρή και παίζαμε με τη μαμά και τον μπαμπά το δικό μας παιχνίδι. Με τραβούσαν και οι δυο από κάθε χέρι και όποιος από τους δυο νικούσε, δηλαδή σε όποιον έπεφτα, μου έδινε ένα φιλάκι. Ήταν τόσο παραμορφωμένο αυτό το παιχνίδι… Άλλαξε τόσο πολύ που δεν μου άρεσε πια. Δεν ήθελα να επιλέξω κάποιον από τους δύο, γιατί έτσι θα ράγιζα την καρδιά του άλλου. Γιατί έπρεπε να γίνουν όλα αυτά;
Όμως, βαθιά μέσα μου το καταλάβαινα. Έτσι έπρεπε να γίνει. Θα προτιμούσα να γίνει έτσι, όχι για μένα, αλλά για τα αδέρφια μου. Δεν ήθελα να τα αποχωριστώ. Πως θα τα έβγαζε πέρα χωρίς εμένα η μικρή Ειρήνη; Και ήξερα πως και ο Νίκος με χρειαζόταν, παρόλο που δεν το είχε παραδεχτεί ποτέ.
«Χαρά;». Κοίταξα τον αστυνομικό, ακόμη βυθισμένη στις σκέψεις μου. Η μαμά και ο μπαμπάς με κοιτούσαν με αγωνία.
«Δεν… μπορώ να διαλέξω», ψέλλισα. Ο αστυνομικός, έχασε για λίγο τη μάσκα του επαγγελματία και με κοίταξε με κατανόηση.
«Σε καταλαβαίνω», μου είπε με την πιο πατρική φωνή που είχε, «θα διαλέξουν πρώτα τα αδέρφια σου, για να σου αφήσουμε λίγο χρόνο να το σκεφτείς». Έγνεψε καταφατικά.
Από τη μία πλευρά ήταν η μαμά και από την άλλη ο μπαμπάς. Ο Νίκος έπρεπε να επιλέξει.
«Που θα πας γιε μου;», τον ρώτησε φιλικά ο αστυνομικός σαν να τον ρωτούσε πόσα σουτ έβαλε η “Νίκη” στο προηγούμενο ματς. Δεν είχα καταλάβει πως έτρωγα τα νύχια μου και άφησα τα χέρια μου να πέσουν κάτω.
Ο Νίκος κοιτούσε τη μαμά σαν να είχε κάνει κάποιο έγκλημα. Από το βλέμμα του και μόνο καταλάβαινε κανείς πόσο ένοχη τη θεωρούσε. Κοίταξε περιφρονητικά τον άλλο άντρα, αυτόν που στεκόταν δίπλα στη μαμά και έκανε ένα βήμα προς τον μπαμπά, που τον αγκάλιασε σαν να προσπαθούσε να πιαστεί από πάνω του για να αντέξει. Η μαμά έβγαλε ένα λυγμό.
Δεν μπορούσα να βλέπω άλλο. Δεν μου άρεσε το βλέμμα του Νίκου. Όλο αυτό το μίσος που μόλις είχε μαζευτεί μέσα του, δεν ταίριαζε με ένα εντεκάχρονο αγοράκι. Σκέφτηκα με ένα τσίμπημα φόβου, πως η μαμά το προκάλεσε αυτό, χωρίς να το θέλει.
Τώρα, η μικρή Ειρήνη, μας κοιτούσε όλους απορημένη.
«Τι παιχνίδι παίζουμε;», ρώτησε με τη λεπτή φωνούλα της κοιτώντας τον μπαμπά με το Νίκο και τη μαμά από την άλλη. Δεν ήθελα να σκεφτώ πως θα φαινόμουν εγώ στα μάτια της τώρα. Σαν μια ζωντανή-νεκρή, ίσως. Ένιωθα το αίμα να έχει στραγγίξει από το πρόσωπό μου.
«Εεε…», άρχισε ο αστυνομικός, «θα παίξουμε ένα ομαδικό παιχνίδι…»
«Κρυφτό ή κυνηγητό;», ρώτησε η Ειρήνη.
«Κρυφτοκυνηγητό», απάντησα βραχνά εγώ.
«Ναι…», συνέχισε ο αστυνομικός κοιτάζοντας προς το μέρος μου ανήσυχα, «και πρέπει να διαλέξεις με ποια ομάδα θέλεις να παίξεις», της είπε και έδειξε τις δυο ομάδες. Τι ειρωνεία, Θεέ μου!, σκέφτηκα.
«Α!», τσίριξε χαρούμενα η Ειρήνη ζυγίζοντας τους πιθανούς συμπαίκτες, «Μανούλα, λέω να πάω με του μπαμπά την ομάδα, γιατί έχει το Νίκο και τρέχει τόσο γρήγορα μανούλα!», εξήγησε στη μαμά και έδειξε με τα χεράκια της ψηλά, στο ταβάνι.
Η μαμά έπνιξε ένα λυγμό. «Ναι, καλά θα κάνεις, αγάπη μου», είπε και ρούφηξε τη μύτη της, «απλώς κάνε μια αγκαλίτσα στη μανούλα, εντάξει;».
Η Ειρήνη έτρεξε στην αγκαλιά της μαμάς και την έσφιξε με τα δυο χεράκια της.
«Μην κλαις, μανούλα! Μπορεί να κερδίσετε!», την παρηγόρησε. Η μαμά τώρα κουνιόταν μπρος-πίσω, σφίγγοντας την Ειρήνη στην αγκαλιά της.
Δεν μπορούσα να κοιτάξω άλλο! Δεν μπορούσα. Έκρυψα το πρόσωπό μου στις παλάμες μου και έκλαψα βουβά, παίρνοντας βαθιές αναπνοές. Δεν έπρεπε να λυγίσω. Κι όμως, ήταν τόσο δύσκολο… Μακάρι να το έβλεπα κι εγώ σαν παιχνίδι. Όμως, δεν γινόταν. Το κεφάλι μου γύριζε και άκουγα τους λυγμούς της μαμάς να ενώνονται με τους δικούς μου. Ο πόνος της ήταν και δικός μου και ο αποχωρισμός ακόμη πιο δύσκολος.
Αλλά, ήξερα τι έπρεπε να κάνω, καθώς σήκωνα το κεφάλι μου και ανακτούσα την ψυχραιμία μου. Η μαμά ήταν τώρα στην αγκαλιά του νέου συντρόφου της, που προσπαθούσε να την ηρεμίσει, με την αγάπη αποτυπωμένη σε κάθε κύτταρο του προσώπου του. Οι ματιές μας συναντήθηκαν και κατάλαβα πως καταλάβαινε καθώς καταλάβαινα κι εγώ.
Κοίταξα τον μπαμπά, το Νίκο και την Ειρήνη. Δεν θα μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα χωρίς εμένα. Εγώ, μπορεί να πονούσα, να αιμορραγούσα κάθε μέρα για όλα αυτά, όμως, έπρεπε μα φερθώ σαν ενήλικη.
«Μαμά;». Η μαμά γύρισε και με κοίταξε, με δάκρυα ακόμη στα μάτια. «Μαμά, σ’ αγαπάω και σε συγχωρώ», της έδειξα τον άντρα δίπλα της. Της κρατούσε το χέρι στοργικά. Δεν μπορούσα να κρατήσω κακία σε κανέναν. «Σε συγχωρώ για αυτό», έδειξα τριγύρω, «γιατί δεν ξέρω τι θα έκανα εγώ στη θέση σου…». Η μαμά με κοιτούσε, τώρα χωρίς δάκρυα. Πήγα κοντά της και της κράτησα το χέρι.
«Χαρά μου… Μεγάλωσες τόσο…». Ήταν περήφανη για μένα, αυτή την τρελή στιγμή!
«Τώρα θέλω να μπεις εσύ στη θέση μου…», της είπα διακόπτοντάς τη.
«Είναι δύσκολο», μου είπε.
Κούνησα το κεφάλι μου. «Ξέρεις τι το κάνει πιο δύσκολο;». Της έδειξα τα αδέρφια μου. Έδειξε να καταλαβαίνει.
«Δεν θα τα βγάλουν πέρα χωρίς εμένα μαμά», μετά ψυθίρησα, «και ο μπαμπάς είναι κομμάτια… Με χρειάζονται». Η φωνή μου έσπασε στην τελευταία λέξη.
Με πήρε στην αγκαλιά της, όπως όταν ήμουν μικρή, όταν έπεφτα και χτυπούσα. Έτσι. Μόνο που τώρα είχαμε χτυπήσει και οι δύο.
«Θα μου λείψετε, όλοι σας», είπε η μαμά.
«Θα σε παίρνω τηλέφωνο».
«Το υπόσχεσαι;»
«Ναι», της απάντησα προσπαθώντας να κρατήσω για πάντα στη μνήμη μου το άρωμα των μαλλιών της.
«Να τους προσέχεις». Με φίλησε.
«Πάντα».
Σιγά-σιγά, αφήσαμε η μία την άλλη. Ένιωθα άρρωστη. Μικρή. Για όλες αυτές τις ευθύνες. Πήγα αργά στην ομάδα μου και ο αρχηγός με αγκάλιασε με δάκρυα στα μάτια. Αυτό που με φόβιζε ήταν το τελικό αποτέλεσμα.


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Δευ Φεβ 07, 2011 6:00 am

Μπορεί να ακουστώ κλαψιάρα, αλλά έβαλα τα κλάματα!! crying
Ξωτικούλι, όποτε μπορέσεις συνέχεια!!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Δευ Φεβ 07, 2011 7:28 am

εγω το παραδεχομαι!
Ειμαι κλαψιαρα crying
Εννοιωσα να σπαω και εγω μαζι με τη χαρα και τη μαμα της crying
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Undying Curse
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 7462
Registration Date : 29/03/2010

Character sheet
Magic Object: Το χαμένο διάδημα
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Τρι Φεβ 08, 2011 1:40 am

όμορφοοοοοοοο!<3
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Laverne de Montmorency
Moderator
Moderator
avatar

Number of Posts : 1986
Registration Date : 05/03/2010

Character sheet
Magic Object: Αόρατος Μανδύας
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Πεμ Φεβ 10, 2011 4:44 am

Το διάβασα όλο τώρα! Είναι υπέροχο και έχει τόσα συναισθήματα. Ειδικά στο τελευταίο κομμάτι δάκρυσα. crying Ελπίζω να βάλεις συνέχεια!


A false tear brings pain to the ones around you, but a false smile brings pain to one self



Σπόιλερ:
 
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Πεμ Φεβ 10, 2011 6:28 am

Μαριαλέννα, ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια! Η ευχή σου πραγματοποιήθηκε γρήγορα rofl
Αυτό το κεφάλαιο δεν έχει τόση δράση όσο σας είχα συνηθίσει μέχρι τώρα, ωστόσο είναι αναγκαίο για την πλοκή! Enjoy Very Happy



ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΠΡΑΜΑΤΑ…

Άνοιξα τα μάτια μου με κόπο. Το τελευταίο πράγμα που θυμόμουν πριν πέσω στο λήθαργό μου, ήταν τα λίγα λεπτά που πέρασα στο αυτοκίνητο του μπαμπά. Με ένα χαμόγελο, θυμήθηκα την έκφρασή του. Ήταν τόσο ανακουφισμένος.
Τώρα, βρισκόμουν… που; Κοίταξα τριγύρω. Δυο σειρές από καθίσματα με κουβέρτες και κοιμισμένους ανθρώπους από κάτω. Ήμουν στο αεροπλάνο. Δίπλα μου κοιμόταν η Ειρήνη. Έμοιαζε με αγγελάκι, με τις μαύρες μπουκλίτσες της να πέφτουν στο μέτωπό της.
Μάλλον θα έβλεπε ένα χαρούμενο όνειρο, γιατί είχε αποτυπωμένο στο μικρό πρόσωπό της ένα γαλήνιο χαμόγελο. Δεν είχα ύπνο και έτσι άρχισα να σκέφτομαι τα πιθανά όνειρα της Ειρήνης. Μπορεί να έβλεπε ότι ήταν η πριγκίπισσα σε ένα όμορφο κάστρο και θα φορούσε σίγουρα ένα μακρύ και όμορφο φόρεμα.
Ή, από την άλλη, μπορεί να έβλεπε ότι είχε το νέο μοντέλο της κούκλας Barbie που ήθελε εδώ και καιρό. Κράτησα σε ένα μέρος του μυαλού μου τη σκέψη του τι δώρο θα έκανε ο Άγιος Βασίλης φέτος στην Ειρήνη.
Το περίεργο με εμένα, ήταν πως δεν μπορούσα να θυμηθώ τι όνειρο έβλεπα, όμως το πιθανότερο θα ήταν να έβλεπα εφιάλτη.
Η νέα μου κατοικία δεν μου είχε εξάψει την φαντασία ούτε στο ελάχιστο. Θυμήθηκα την εποχή που θα έκανα σαν τρελή να μετακομίζαμε στη Μεγάπολη, ή οπουδήποτε αλλού. Τις χαρές που θα έκανα καθώς θα διακόσμιζα το νέο μου δωμάτιο. Τότε, θα ήμασταν ακόμη μια οικογένεια, με την μαμά στο πλευρό μας. Τώρα, θα είχα εγώ το ρόλο της μαμάς, και αυτό ήταν κάτι έξω από τα νερά μου.
Δεν με πείραζαν οι δουλειές, αυτό που ήθελα ήταν να κάνω ευτυχισμένο τον μπαμπά και τα αδέρφια μου. Να μην τους έλειπε τίποτα. Δεν μπορούσα καν να σκεφτώ την προοπτική νέας παρέας και πολύ θα ήθελα οι μπελάδες να σταματούσαν να με κυνηγούν με το που θα πατούσα το πόδι μου στη Μεγάπολη.
Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα το αεροπλάνο να παίρνει κλίση προς τα κάτω και ευχήθηκα να μην πέφταμε.
«Προσγειωνόμαστε. Παρακαλώ, όλοι οι επιβάτες να ετοιμάζονται. Ο πιλότος σας εύχεται καλό βράδυ», ακούστηκε μια γυναικεία φωνή που συνέχιζε να ενημερώνει τους επιβάτες στα αγγλικά και αμέσως μετά στα γαλλικά.
Ναι. Αμέσως μετά ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος των ρόδων και σε λίγο, η μηχανή ήταν το μόνο που ακουγόταν. Ένας- ένας, οι επιβάτες κατέβαιναν από το αεροπλάνο.
Γύρισα το βλέμμα μου προς τα πίσω. Ο μπαμπάς μου έκανε νόημα από την πίσω θέση να πάρω την Ειρήνη και αυτός θα ξυπνούσε το Νίκο. Έγνεψα καταφατικά και σήκωσα την Ειρήνη στην αγκαλιά μου. Την κοίταξα για λίγο, καθώς μουρμούρισε κάτι και αφού βεβαιώθηκα πως κοιμόταν, κατευθύνθηκα προς την έξοδο.
Βγήκα από το αεροπλάνο με τη μεγαλύτερη προσοχή και περίμενα με την Ειρήνη και το Νίκο να φέρει ο μπαμπάς τις αποσκευές.
«Που πάμε τώρα, Χαρά;», ρώτησε ο Νίκος με ένα χασμουρητό. Ο μπαμπάς καλούσε έναν αριθμό. «Παίρνω το αφεντικό μου από το νέο εστιατόριο. Προσφέρθηκε να βρει ένα σπίτι και να μας πάει ο ίδιος εκεί», μας εξήγησε ψιθυριστά.
«Βρε, για δες εξυπηρέτηση!», είπε ο Νίκος. Μάλλον δε νύσταζε, γιατί άρχιζε να μιλάει πολύ.
«Βρε, μπαμπά, αυτό το εστιατόριο, λέει πολλά;», τον ρώτησε, όμως ο μπαμπάς μιλούσε απορροφημένος στο κινητό του. Μόλις το έκλεισε, μας κοίταξε χαρούμενος.
«Ο κύριος Παναγιώτης είναι καθ’ οδών», μας πληροφόρησε.
Μετά γύρισε στο Νίκο. «Είναι από τα καλύτερα εστιατόρια στη Μεγάπολη. Ήμουν πολύ τυχερός, γιατί τους έλειπε ένας σεφ. Βλέπετε, μόλις έμαθαν το βιογραφικό μου και πως έχω δουλέψει στην Ιταλία, χάρηκαν πολύ και ο μισθός θα είναι πολύ καλός. Βέβαια, θα λείπω πολλές ώρες εκεί, αλλά εσείς θα έχετε σχολείο-»
«Καλά, καλά», τον διέκοψε ο Νίκος.
Χαμογέλασα κρυφά. Ο μπαμπάς θα πρέπει να ήταν πολύ ενθουσιασμένος, γιατί συνήθως δεν μιλούσε τόσο. Είδα ένα ασημί αμάξι να έρχεται προς το μέρος μας. «Μπαμπά, μάλλον είναι για μας». Του έδειξα το αυτοκίνητο που γυάλιζε στο φως του φεγγαριού και σταμάτησε δίπλα μας. Δεν ήξερα πολλά από αυτοκίνητα, όμως αυτό που ήξερα ήταν πως θα πρέπει να κόστισε πολλά χρήματα. Για ένα δευτερόλεπτο μου πέρασε μια τρελή ιδέα από το μυαλό: “Μήπως μπλέκουμε με τίποτα Νονούς της Νύχτας;”. Άκουσα μέσα στο κεφάλι μου εκείνη τη μελωδία από μία ταινία που είχα δει μικρή με κάτι Ιταλούς μαφιόζους, και το ταρακούνησα απότομα. Οι υπόλοιποι δεν φαίνεται να έκαναν παρόμοιες σκέψεις…
Ο μπαμπάς μας οδήγησε με ένα πλατύ χαμόγελο προς το ασημί αυτοκίνητο με γρήγορες δρασκελιές.
* * *
Η πρώτη εντύπωση που μου δημιούργησε ο Παναγιώτης Αγγέλου ήταν: πλούσιος. Βρισκόμασταν στο εσωτερικό του ωραίου αυτοκινήτου του και άκουγα τη συνομιλία του μπαμπά με του Παναγιώτη στο μπροστινό κάθισμα.
«Πείτε μου, κύριε Παναγιώτη, ποια είναι τα πρώτα πιάτα;», ρώτησε ο μπαμπάς με το ύφος του χειρούργου όταν ρωτούσε που είναι το νυστέρι.
«Παύλο, φίλε μου, επιχειρηματίας είμαι!», του είπε καλοσυνάτα και ο μπαμπάς τον κοίταξε παραξενεμένος καθώς έστριβε το μαύρο του μουστάκι. «Θα ρωτήσω έναν σεφ και θα φροντίσω το πρωί να λάβεις μέιλ για όλα τα πιάτα, τα ωράρια και…», έκανε την χαρακτηριστική κίνηση με τα χέρια που δήλωνε: «λεφτά!»
«Βλέπω», είπε και τον είδα να κοιτάζει καλοσυνάτα από τον καθρέφτη, «είσαι με τα παιδιά σου εδώ;»
«Ναι». Ο μπαμπάς χαμογέλασε. «Η μικρή μου, που κοιμάται είναι η Ειρήνη, ο μοναχογιός μου ο Νίκος και η μεγάλη, η Χαρά».
Ο κύριος Παναγιώτης μας χαιρέτησε με το κεφάλι.
«Μα τα μουστάκια μου! Πως τα καταφέρνεις, Παύλο; Τρία παιδιά; Χο χο! Έχεις γερά νεύρα»
«Ναι». Ο μπαμπάς με κοίταξε ένοχος. «Η αλήθεια είναι πως έχω μεγάλη βοήθεια από την Χαρά!»
Ο κύριος Παναγιώτης αναστέναξε. «Είσαι τυχερός Παύλο. Εγώ έχω δυο παιδιά, πάνω-κάτω στην ηλικία της Χαράς», με κοίταξε και κούνησε το κεφάλι του, «και το ομολογώ. Στην προσπάθειά μου να τους τα προσφέρω όλα, τα έχω κακομάθει!»
«Δηλαδή;», τον ρώτησα καθώς μου κίνησε την περιέργεια.
«Μάλλον δεν θυμούνται πως ο μπαμπάς άρχισε από ένα μικρό μαγαζάκι και πως είχαμε ένα απλό σπιτικό. Τώρα που έχουμε ολόκληρη αλυσίδα πρώτης ποιότητας εστιατορίων και ένα πολύ μεγάλο σπίτι, οικιακή βοηθό, σοφέρ και όλες τις ανέσεις, μερικές φορές σκέφτομαι πως τα παιδιά δεν είναι αρκετά ώριμα για να τα διαχειριστούν όλα αυτά!»
Τα σκέφτηκα όλα αυτά. Μάλλον η πρώτη μου εντύπωση για τον κύριο Παναγιώτη Αγγέλου ήταν λάθος. Αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν απλώς πλούσιος. Ήταν πολύ πλούσιος. Κοιταχτήκαμε με το Νίκο. Ήταν εμφανές πως όλα αυτά τον είχαν εντυπωσιάσει.
Τώρα είχα χαθεί στις σκέψεις μου, καθώς ο κύριος Παναγιώτης, ο μπαμπάς και ο Νίκος μιλούσαν για το τελευταίο ματς της “Νίκης”. Αντίκρισα πρώτη φορά έξω από το παράθυρο τη νυχτερινή Μεγάπολη και έμεινα άφωνη. Ήταν τεράστια πόλη. Χιλιάδες φορές μεγαλύτερη από τη μικρή μου γενέτειρα και αυτό φαινόταν ακόμη και από το εσωτερικό του αμαξιού. Όπου κι αν κοίταζα έβλεπα τεράστιες πολυκατοικίες, μεγάλα καταστήματα με κάθε είδους φωτεινή επιγραφή και καθόλου πράσινο. Ακόμη και αυτή την προχωρημένη ώρα, οι δρόμοι ήταν γεμάτοι αυτοκίνητα και μέσα σε μια καφετέρια, κατάφερα να ξεχωρίσω μια μεγάλη παρέα εφήβων.
«Είναι ακόμη πολύ μακριά;», άκουσα το Νίκο να ρωτάει.
«Μπα!», είπε ο κύριος Παναγιώτης, «Σκέφτηκα να σας παραχωρήσω ένα διαμέρισμα», μας ενημέρωσε με το ύφος του ανθρώπου που προσφέρει μια καραμέλα.
«Τι;!», φώναξε ο μπαμπάς.
«Μπαμπά! Θα ξυπνήσεις την Ειρήνη!», τον μάλωσα καθώς της έριχνα μια ματιά.
«Συγγνώμη. Τι!;», χαμήλωσε τη φωνή του.
«Θα σας παραχωρήσω ένα διαμέρισμα», ξαναείπε ήρεμα.
«Μα… δεν είναι ανάγκη… με φέρνεις σε δύσκολη θέση…», ψέλλισε ο μπαμπάς. Ο Νίκος τον αγριοκοίταξε.
«Ω! Κάνε μου τη χάρη! Άλλωστε, είμαι σίγουρος πως με τη μαεστρία σου θα έχουμε τα διπλάσια έσοδα», τον καθησύχασε ο κύριος Παναγιώτης.
«Ναι, μπαμπά», είπε ο Νίκος, «Που θα μένουμε μέχρι να βρούμε σπίτι;»
«Έλα τώρα, Παύλο! Θα συνηθίσεις με τον καιρό τα δώρα μου… Μου αρέσει να κάνω δώρα στους εργαζομένους μου. Έτσι, δεν ξεχνάω πως ήμουν κι εγώ κάποτε ένας απλός εργαζόμενος», εξήγησε χαμογελώντας. Ο μπαμπάς φάνηκε να έχει πεισθεί, και έτσι ο κύριος Παναγιώτης χάρηκε και μας πληροφόρησε πως σε λίγο φτάναμε.
Χάθηκα και πάλι στις σκέψεις μου, καθώς ο κύριος Παναγιώτης μιλούσε για την οικογένειά του. Τελικά, για άλλη μια φορά, απέδειξα στον εαυτό μου πως είχα καλπάζουσα φαντασία. Μάλλον πρέπει να σταματήσω τα βιβλία μυστηρίου…
«Φτάσαμε!», είπε τραγουδιστά ο κύριος Αγγέλου καθώς πάρκαρε δίπλα σε ένα από τα πολλά κτήρια. Από ότι μπορούσα να καταλάβω, βρισκόμασταν σε κεντρικό δρόμο, άρα αυτό ήταν καλό. Τη στιγμή που έβγαινα από το αυτοκίνητο με την Ειρήνη στην αγκαλιά μου με κατέκλισαν πολλές σκέψεις. Τι καλός που ήταν ο κύριος Αγγέλου! Σίγουρα το σπίτι θα ήταν πολύ όμορφο. Σίγουρα θα άρεσε πολύ στη μαμά… Πόσο μου λείπει…! Τι με περιμένει αύριο στο σχολείο; Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν θέλω νέες γνωριμίες και… περίεργα πράματα!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Πεμ Φεβ 10, 2011 6:48 am

Μου άρεσεεε!!
Περιμένω πολλά από την πρώτη μέρα στο καινούργιο σχολείο! loll
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Πεμ Φεβ 10, 2011 8:46 am

Πολυ καλο οπως παντα!!!!
Περιμενουμε συνεχεια!! inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Laverne de Montmorency
Moderator
Moderator
avatar

Number of Posts : 1986
Registration Date : 05/03/2010

Character sheet
Magic Object: Αόρατος Μανδύας
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια   Παρ Φεβ 11, 2011 4:29 am

Πολύ ωραίο! θέλουμε συνέχεια!


A false tear brings pain to the ones around you, but a false smile brings pain to one self



Σπόιλερ:
 
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
 

Χαρά: Ο λάκκος με τα φίδια

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 1 από 7Μετάβαση στη σελίδα : 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7  Επόμενο

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Nautilus Academy :: Ναυτιλος II :: Τα Νησιά :: Τα Νησιά της Γνώσης :: Το Νησί της Δημιουργίας :: Γράφοντας...-
Μετάβαση σε:  
Forumgreek.com | © phpBB | Δωρεάν φόρουμ υποστήριξης | Αναφορά κατάχρησης | Sosblog.fr