Nautilus Academy

Σαλπάρετε στον κόσμο της φαντασίας
 
Board Index
ΦόρουμΠόρταλΕικονοθήκηΣυχνές ΕρωτήσειςΑναζήτησηΣύνδεσηΕγγραφή
User Control Panel  Usergroups
Καλωσήρθες Επισκέπτης

Μοιραστείτε | 
 

 Εφιάλτης ή πραγματικότητα;

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω 
Μετάβαση στη σελίδα : Επιστροφή  1, 2, 3, 4  Επόμενο
ΣυγγραφέαςΜήνυμα
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Παρ Νοε 12, 2010 6:51 am

Και καλά υποψιάζεστε. loll
Ευχαριστώ! hoho
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Laverne de Montmorency
Moderator
Moderator
avatar

Number of Posts : 1986
Registration Date : 05/03/2010

Character sheet
Magic Object: Αόρατος Μανδύας
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Σαβ Δεκ 04, 2010 9:21 pm

Είδες πως τα καταλαβαίνουμε? lolll
Βάλε όμως και λίγη συνέχεια για να μας το επιβεβαιώσεις. cuty


A false tear brings pain to the ones around you, but a false smile brings pain to one self



Σπόιλερ:
 
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Σαβ Δεκ 04, 2010 11:51 pm

Ω, το είχα ξεχάσει. loll

Η νύχτα είχε τυλίξει την πόλη, και όλα τα παράθυρα που μπορούσα να δω ήταν σκοτεινά. Μόνο το δικό μου φως ήταν ανοιχτό, αλλά είχα καλό λόγο. Έψαχνα ένα μικρό τετράδιο, αυτό των Μαθηματικών μου. Είχα φάει όλη την ημέρα ψάχνοντας το, και το χειρότερο ήταν πως ο καθηγητής Μαθηματικών μας είχε βάλει και ασκήσεις. Δε θα ήταν και πολύ ευχαριστημένος αν δε το έβρισκα.
Αναλογίστηκα στα γρήγορα τις προηγούμενες πέντε μέρες, ενώ το χέρι μου συνέχιζε να ψάχνει στο ντουλάπι δίπλα στο γραφείο μου. Δεν είχα γλυτώσει από τους εφιάλτες, αλίμονο, αλλά τουλάχιστον είχα περιορίσει την ένταση των ουρλιαχτών μου. Όσον αφορά το σπίτι, ήμουν έτοιμη να εκραγώ, πραγματικά. Ήταν λες και περίμεναν να ξεκουραστώ λίγο, και μετά εμφανίζονταν. Επίσης, μου υπενθύμισε η ήρεμη φωνούλα στο μυαλό μου, υπάρχει και το άλλο θέμα.
Το χέρι μου άγγιξε το τραχύ εξώφυλλο του τετραδίου μου, αλλά δε με ένοιαζε. Το μυαλό μου είχα ανακαλέσει το θέμα που δεν ήθελα να σκέφτομαι. Το θέμα με τον Αλέξανδρο…
Μετά από εκείνη την εξομολόγηση, στο σχολείο απέφευγα τέτοια θέματα… Αλλά και πάλι, έκανα λάθος. Ο Αλέξανδρος πίστευε πως σκεφτόμουν διάφορες λύσεις για το πρόβλημά του, ενώ η Δήμητρα θεωρούσε πως, απλά, ήμουν χαμένη στα μάτια του… Και ο μόνος που έδειχνε να καταλαβαίνει πως κάτι πήγαινε στραβά ήταν ο Πέτρος. Τι περίεργο!
Κούνησα το κεφάλι μου για να επιστρέψω στην πραγματικότητα. Άρπαξα το τετράδιο και άρχισα να λύνω τις διάφορες ασκήσεις που μας είχε βάλει ο… ο Μαθηματικός, που το όνομά του μου διαφεύγει συνέχεια.
```````````````````````````````````````````````````````````````
«Εσύ κάτι έχεις δε μου το βγάζεις από το μυαλό!» έκανε ο Πέτρος και με κοίταξε παραξενεμένος. Ήμασταν οι μόνοι που είχαμε μείνει στην τάξη, και είχε σταθεί μπροστά μου.
Αναστέναξα. «Πέτρο, δεν έχω κάτι σοβαρό, αν αυτό εννοείς!»
Με κοίταξε ακόμη πιο δύσπιστα. «Ψέματα δε λες. Αλλά έχεις κάτι.» είπε. Όταν πήγα να διαμαρτυρηθώ, σήκωσε το χέρι του. «Αλλά όχι κάτι σοβαρό.» συμπλήρωσε.
Σήκωσε την σάκα του και με κοίταξε. Για πρώτη φορά είδα πως τα μάτια του είχαν ένα ανοιχτό, γαλάζιο χρώμα. Ανασήκωσα τα φρύδια μου.
«Τώρα τι;» τον ρώτησα.
«Ω, τίποτα!» χαμογέλασε περίεργα. «Απλά, μετά έχουμε Γυμναστική, όχι Ιστορία.» Γέλασε και έφυγε από την τάξη.
Κοίταξα τα χέρια μου και είδα πως, πράγματι, είχα πάρει την Ιστορία. Κατσούφιασα και κατευθύνθηκα προς το θρανίο μου. Αυτό που με περίμενε εκεί με άφησε άφωνη.
Υπήρχε ένα μικρό σημείωμα, διπλωμένο στα δύο. Άφησα τα βιβλία μου στο θρανίο, και το πήρα στα χέρια μου. Μέσα έγραφε μια μικρή φράση.
Να ξέρεις, κάποια πράγματα απλά έρχονται… και μετά χάνονται.
Κοίταζα το χαρτί χωρίς να καταλαβαίνω. Μετά μου ήρθε: έρωτας, ώρα, στιγμές. Αυτά έρχονται και φεύγουν. Αλλά για τι πράγμα μιλούσε; Για δες, σκέφτηκα. Αυτός ο γραφικός χαρακτήρας μου είναι γνωστός!
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι. Κατσούφιασα ακόμα πιο πολύ. Γυμναστική. Μφ. Σαν να μη μου έφταναν τα προβλήματά μου, θα έχω και τον κύριο «Η-Γυμναστική-είναι-το-πιο-σημαντικό-μάθημα .» Χα!
Κατευθύνθηκα στα γρήγορα προς το γυμναστήριο, όπου τα παιδιά είχαν ήδη συγκεντρωθεί. Ωστόσο δεν συνάντησα πουθενά τα υποτιμητικά μάτια του γυμναστή. Έτσι κατευθύνθηκα προς τη Δήμητρα, που στεκόταν και κοιτούσε το κενό.
«Που είναι ο καθηγητής;» τη ρώτησα παραξενεμένη.
Εκείνη ούτε που γύρισε τα μάτια της. Αμέσως κατάλαβα κάτι που γινόταν εδώ και πολύ καιρό. Δεν μου μιλούσε, όχι επειδή με έβλεπε έτσι… Απλά επειδή δεν την ενδιέφερε. Ένα κενό δημιουργήθηκε μέσα μου. Χαμήλωσα τα μάτια και σχεδόν έπεσα πάνω στον Παύλο καθώς γυρνούσα για να φύγω όσο το δυνατόν γρηγορότερα από εκεί. Δε με ένοιαξε το παραξενεμένο βλέμμα του, ούτε η σκληρή ματιά της Αφροδίτης. Πήγα και κάθισα στην πιο ήρεμη πλευρά που βρήκα στο γυμναστήριο. Κοίταξα το πάτωμα και θυμωμένη γύρισα το κεφάλι μου προς τα πάνω. Πάντοτε διάβαζα για τις «προδοσίες» των φίλων σε λογοτεχνικά βιβλία… Αλλά ήταν πολύ, πολύ χειρότερο…
Να και ο γυμναστής… Σε λίγο θα μας πει να αρχίσουμε τις κάμψεις και τα puss ups. Κατσούφιασα για 3η φορά εκείνη τη μέρα πήγα στα γρήγορα να χωθώ πίσω πίσω. Άδικος κόπος.
«Γεωργίου!» ακούστηκε η βροντερή φωνή του.
Βγήκα έξω από τη γραμμή, ακόμη πιο κατσούφα. Ο καθηγητής μου πέταξε μια μπάλα μπάσκετ.
«Δείξε λίγο πως κάνουμε ψηλή πάσα.»
Σήκωσα τη μπάλα, και την πέρασα πίσω από το κεφάλι μου. Κι ενώ ο καθηγητής πήγαινε -επιτέλους!- να πει μια καλή κουβέντα, η Αφροδίτη –που στεκόταν πίσω μου-, άρπαξε την μπάλα, και όπως την κρατούσα γερά, έχασα την ισορροπία μου και έπεσα κάτω. Τα γέλια που ακούστηκαν μετά ήταν τα πιο δυνατά που είχα ακούσει ποτέ. Πιο κόκκινη από ποτέ, σηκώθηκα γρήγορα και γύρισα στη θέση μου.
«Λοιπόν, άλλος κανείς;» είπε ο καθηγητής κρύβοντας το χαμόγελό του. Γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη και δεν ξαναμίλησα μέχρι που χτύπησε το κουδούνι.
Η υπόλοιπη μέρα πέρασε αρκετά γρήγορα, και ούτε που κατάλαβα πως έφτασα να περπατάω με τον Αλέξανδρο δίπλα μου.
«Λοιπόν…» έκανε αυτός.
«Κοίτα, νομίζω πως η Δήμητρα δε μου δίνει πολύ σημασία. Οπότε ίσως πρέπει… δεν ξέρω αν μπορώ να σε βοηθήσω.» είπαν τα χείλη μου.
Εκείνος με κοίταξε, και χαμογέλασε.
«Δεν πειράζει! Φτάνει που είχες την πρόθεση!» είπε.
Ω… όσον αφορά αυτό, δεν ξέρω.
Εκείνη τη στιγμή φτάσαμε στο σπίτι μου. Του χαμογέλασα και του είπα ένα απλό «Καλό μεσημέρι!».
Όταν μπήκα στο σπίτι, ένιωσα αόριστα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Κάτι έγινε. Μεγάλο. Και κάτι κακό για μένα.
«Αυτά τα προαισθήματα!» μουρμούρισα θυμωμένη. Κατευθύνθηκα προς το ψυγείο, για να το ανοίξω και να δω πως είναι άδειο. Έκανα μια γκριμάτσα.
«Μάααλιστα… Ο μπαμπάς δεν ήρθε ακόμα… Λοιπόν, καλύτερα να ετοιμάσω καμιά σαλάτα.» μονολόγησα και πήγα να πάρω τα υλικά από το ψυγείο. Αγγούρι, δύο ντομάτες και μία πιπεριά. Μια χαρά, σκέφτηκα ειρωνικά. Τι καλύτερο για το μεσημεριανό μιας τέτοιας μέρας; Α, υπήρχε κάτι.
Αφροδίτη ψητή στο φούρνο με πατάτες. Χαχα.


Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Laverne de Montmorency
Moderator
Moderator
avatar

Number of Posts : 1986
Registration Date : 05/03/2010

Character sheet
Magic Object: Αόρατος Μανδύας
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Κυρ Δεκ 05, 2010 1:15 am

Αφροδίτη ψητή στο φούρνο με πατάτες? Ε όχι! Απ' το να πάθει δηλητιρίαση καλύτερα σαλατούλα.
laugh
Για μια ακόμα φορά πολύ ωραίο!


A false tear brings pain to the ones around you, but a false smile brings pain to one self



Σπόιλερ:
 
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Κυρ Δεκ 05, 2010 2:59 am

Μηπως θες να πεις κρεατοπιτα με γεμιση Αφροδιτη??? evil

χαχα πολυ καλο συννεφακι!!!!
Περιμενουμε τη συνεχεια!!!! inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Σαβ Ιαν 29, 2011 12:37 am

Με ολες αυτές τις βόλτες σε αυτό το νησί το θυμήθηκα και αυτό! loll

Έτσι, όπως κάθε φορά που χρειαζόμουν κάποιον να μιλήσω, κατέφυγα και σήμερα στο ημερολόγιό μου. Τι έχει ακούσει και αυτό… Το μόνο κομμάτι της ζωής μου που μπορούσα να εμπιστευτώ στο έπακρο. Γιατί δεν νομίζω να καταλάβαινε κάποιος από την οικογένεια μου τι θα τους έλεγα.
Πήρα ένα τυχαίο στυλό και άρχισα να γράφω, σελίδες και σελίδες, για τα πάντα. Όλα τα προβλήματα ξανάρθαν σιγά-σιγά στο μυαλό μου, και όταν επιτέλους τελείωσα είχε βραδιάσει. Το αεράκι που έμπαινε απαλά από την μπαλκονόπορτα ήταν δροσερό, αλλά όχι κρύο. Όλα ήταν τόσο ήρεμα, που χωρίς να προσέξω τίποτα άλλο, έκλεισα τα μάτια μου και προσπάθησα να κοιμηθώ.
Δεν είχα προλάβει να ηρεμήσω όταν άκουσα μια κραυγή. Πάγωσα. Ήταν η ίδια κραυγή που είχα ακούσει πριν μέρες! Δεν μπορεί! Κάτι περίεργο συμβαίνει.
Σηκώθηκα γρήγορα από το κρεβάτι μου και έτρεξα ξυπόλητη ως το μπαλκόνι μου. Όταν κοίταξα τριγύρω, δεν είδα κανέναν και τίποτα περίεργο. Έμεινα λίγο ακόμη έξω, χτενίζοντας τα δέντρα για οποιοδήποτε αλλόκοτο σημάδι υπήρχε, αψηφώντας για λίγο τον κρύο αέρα που είχε σηκωθεί. Ωστόσο, τίποτα απολύτως δεν ξεμύτισε από το σκοτάδι. Αναστέναξα και γύρισα στο δωμάτιό μου.
Πάνω στην ώρα, ακούστηκε ένας χτύπος στην πόρτα και η Ελένη έβαλε το κεφάλι της μέσα.
«Είσαι καλά;» ρώτησε με γουρλωμένα μάτια.
«Ναι… Γιατί ρωτάς;» έκανα σηκώνοντας το ένα μου φρύδι.
«Απλά… Είσαι όλη τη μέρα εδώ μέσα! Δεν πεινάς;» συνέχισε η Ελένη.
Ουπς. Μάλλον παρασύρθηκα λίγο παραπάνω. Κοίταξα στο γρήγορα το ρολόι μου και κατσούφιασα. Η ώρα είχε πάει εννιά.
«Εντάξει, πάω να τσιμπήσω κάτι.» είπα και πήγα προς την κουζίνα.
«Για την ακρίβεια, ούτε εμείς έχουμε φάει.» είπε η Ελένη ακολουθώντας με. «Μπορείς να φτιάξεις κάτι και για μας;»
Σταμάτησα απότομα και πήρα δύο βαθιές ανάσες.
«Βέβαια! Τι προτιμάτε; Ροσμπίφ; Ή μήπως μανιτάρια πλευρώτους με σάλτσα από ροκφορ;» είπα νευριασμένη.
«Ε; Δεν κατάλαβα…» είπε η Ελένη με ειλικρινές ύφος.
Κοπάνησα με το χέρι μου το κεφάλι μου.
«Τίποτα! Έλα να με βοηθήσεις να στρώσω!» είπα στα γρήγορα.
Περιττό να πω πως η κουζίνα ήταν ένα χάλι. Αναρωτιέμαι πως η μικρή δεν έβαλε τις φωνές όταν με είδε μόλις μπήκαμε στην κουζίνα. Πρέπει να ήμουν κατακόκκινη.
«Άσε με να μαντέψω!» είπα, προσπαθώντας να μην ξεσπάσω πάνω της. «Ο Γιάννης είχε διάβασμα, ε;;» φώναξα προς τα πάνω.
Καμία απάντηση. Καμία πόρτα δεν άνοιξε. Καμία φωνή δεν ζήτησε να κάνουμε ησυχία.
Σιωπή.
«Τι στο καλό;!;» έκανα ανασηκώνοντας τα φρύδια μου. Ξέχασα προς στιγμή τα της μαγειρικής και όρμησα στο δωμάτιο του, ανοίγοντας διάπλατα την πόρτα.
Το δωμάτιο ήταν άδειο. Το ίδιο ακατάστατο, αλλά άδειο. Γούρλωσα τα μάτια μου και ταυτόχρονα άκουσα την Ελένη να οπισθοχωρεί. Ναι, πρέπει να έδειχνα πολύ τρομακτική τώρα. Πάρα πολύ.
«Δεν… δεν τον πιστεύω!!!» ούρλιαξα έξαλλη. Πήρα κάποιες βαθιές ανάσες και γύρισα στη μικρή, λίγο πιο ήρεμη. Με κοίταξε τρομαγμένη. «Τον πήρες είδηση να φεύγει;» την ρώτησα ήρεμα.
«Ό… όχι…» κλαψούρισε εκείνη.
Αμέσως ένιωσα ενοχές. Πρέπει να μάθω να ελέγχω τι θυμό μου. Χαμήλωσα λίγο μπροστά της για να την κοιτάω στα μάτια. Ανάθεμα αυτό το ύψος της! Και ήταν ψηλή για την ηλικία της.
«Συγνώμη για πριν Ελενάκι, αλλά ο Γιάννης με νευρίασε πάρα πάρα πολύ. Εσύ δε φταις σε τίποτα. Έλα, χαμογέλα!» της έδωσα το καλό παράδειγμα κάνοντας μια προσπάθεια να χαμογελάσω. Μάλλον το μόνο που κατάφερα ήταν να κάνω έναν περίεργο μορφασμό. Έσκασε στα γέλια.
«Έτσι μπράβο! Τώρα, για πες, άκουσες καμιά πόρτα να κλείνει κατά τη διάρκεια της μέρας;» τη ρώτησα, προσπαθώντας να βρω μια εξήγηση. Σήμερα -Παρασκευή- ήταν η μόνη μέρα όπου ο Γιάννης δεν είχε φροντιστήριο. Και κάθε φορά που έβγαινε περνούσε από το δωμάτιό μου λέγοντας μου τι ακριβώς έπρεπε να κάνω. Σαν ο κύριος του σπιτιού. Μφ. Αλλά αυτό δεν το έχει κάνει ποτέ.
Το μουτράκι της Ελένης πήρε μία σκεφτική έκφραση και τα γκρίζα της μάτια σκοτείνιασαν. Το τυχερό το μικρό είχα πάρει τα μάτια της μητέρας μας. Εγώ είχα πάρει της θείας μας. Τα γνωστά μελί ματάκια. Χμ.
«Εδώ που τα λέμε…» ξεκίνησε αργά, «…άκουσα ένα γδούπο πριν από δύο ώρες… πιθανότατα από πόρτα.» συμπλήρωσε στα γρήγορα. «Α, και μόλις άκουσα τον ίδιο ήχο.»
Ανασήκωσα τα φρύδια.
Πράγματι, ήταν ήχος από πόρτα και μάλιστα από την εξώπορτα. Bingo.
Κατέβηκα κάτω στα γρήγορα και μόλις που δεν έπεσα πάνω του.
«Καλώς τον.» του είπα ψυχρά.
Με κοίταξε με μάτια πιο στρογγυλά από τα δικά μου. Λογικό, τα δικά μου είχαν γίνει σχισμές. Αλλά και πάλι.
«Τι θες;» με ρώτησε, μαντεύοντας τη διάθεσή μου για καυγά.
«Που ήσουν;» ρώτησα εγώ το ίδιο ψυχρά με αυτόν.
Τον άκουσα να μουρμουρίζει κάτι για «ενοχλητικά νιάνιαρα». Εντάξει, αν δεν έβαζα μπρος το κομμάτι «Μην τον τσαντίζεις» κλπ κλπ, θα γίνονταν χαμός.
«Άκου εδώ! Ξέρω πως είσαι μεγάλος, αλλά να προειδοποιείς άλλη φορά όταν βγαίνεις έξω!» είπα διπλωματικά.
Με κοίταξε χωρίς να προσθέσει τίποτα άλλο. Το μόνο που μουρμούρισε ήταν «φώναξε με όταν είναι έτοιμο το φαγητό» κι ανέβηκε πάνω. Αναστέναξα. Δε φαντάζομαι να είναι τόσο παιδικός που να μου κρατήσει μούτρα;
Έτσι, σε λίγη ώρα τρώγαμε μια ωραία… σαλάτα. Το καλό ήταν ότι δεν παραπονέθηκε. Ο Γιάννης να μην παραπονεθεί για αυτό το βραδινό; Πάει χάλασε ο κόσμος!
«Πώς είναι τα παιδιά;» ρώτησα, προσπαθώντας να ελαφρύνω την ατμόσφαιρα.
«Ποια;» ρώτησε αυτός κοιτάζοντας παραξενεμένος.
«Τα παιδιά. Της παρέας σου.» του απάντησα. Περίεργο. Κάτι δεν πήγαινε καλά.
«Καλά είναι, καλά…» μουρμούρισε αυτός και σηκώθηκε -λίγο απότομα- από τη θέση του. «Α, αν μπορείς μη με ξυπνήσεις πρωί αύριο, εντάξει;» συμπλήρωσε στα γρήγορα ενώ ανέβαινε πάνω.
Εγώ με την Ελένη δεν ανταλλάξαμε κουβέντα όσο ήμασταν κάτω. Μόνο κάποια στιγμή μιλήσαμε, όταν τη ρώτησα για το Ροντ. Είπε πως, σε κρίση γενναιοδωρίας, βάζω στοίχημα, ο Γιάννης τον είχε πάει αυτός βόλτα. Τώρα ο σκυλάκος καθόταν αναπαυτικά μπροστά στην πόρτα του δωματίου της. Το πρώτο που έκανε, όταν μας είδε στην κορυφή της σκάλας ήταν να σηκώσει το κεφάλι του και να με κοιτάξει πλάγια. Ναι, πρέπει να έδειχνα πολύ περίεργη για το Ροντ.
«Η γάτα;» ρώτησα τη μικρή, που ορμούσε στο δωμάτιο της.
«Είναι στο δικό σου δωμάτιο και το ποντίκι είναι εδώ! Μην ανησυχείς!» φώναξε τη στιγμή που έκλεινε την πόρτα.
Μάλιστα.
Με το που μπήκα στο δωμάτιο έκλεισα τη πόρτα καλά καλά και ξάπλωσα στο κρεβάτι μου. Τα μάτια μου έτσουζαν. Προμηνύοντας τα καυτά δάκρυα που θα ακολουθούσαν κοίταξα το φεγγάρι. Είχε πανσέληνο… Πως και δεν το πήρα είδηση; Θα πει κάποιος, με τόσα στο κεφάλι μου, πώς να σκεφτώ τη ρομαντική πλευρά;
Τα δάκρυα κύλησαν. Μαζί τους κύλησαν όλοι μου οι φόβοι, όλοι μου οι πόνοι… Και σε λίγο βρέθηκα να κλαίω με λυγμούς, χαρούμενη που κανείς άλλος δεν μπορούσε να με ακούσει.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Σαβ Ιαν 29, 2011 1:19 am

Κατι τρεχει με το Γιαννη!!!!
Να μου το θυμηθεις!!
Αυτος ειναι μπλεγμενος ασχημα!!
Θελουμε Συνεχεια!!!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Σαβ Ιαν 29, 2011 1:23 am

Όχι και άσχημα. loll
Αλλά κάτι κρύβει. loll Τέλος του hint. loll
Θα έρθειιι και η συνέχειαα. loll
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Laverne de Montmorency
Moderator
Moderator
avatar

Number of Posts : 1986
Registration Date : 05/03/2010

Character sheet
Magic Object: Αόρατος Μανδύας
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Σαβ Ιαν 29, 2011 3:37 am

Θέλω να μάθω τι κρύβει! Συνέχισε γρήγορα!


A false tear brings pain to the ones around you, but a false smile brings pain to one self



Σπόιλερ:
 
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Σαβ Ιαν 29, 2011 5:22 am

Συννεφάκι μου...! Διάβασα τις συνέχειες που είχα παραμελήσει!!
Βελτιώνεσαι πολύ! Και χάρη σ' αυτό, η πλοκή γίνεται όλο και πιο ενδιαφέρουσα!
Χμ.. Θέλω πολύ να μάθω τι κρύβει ο Γιάννης...
Keep writing!! inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Πεμ Φεβ 17, 2011 2:03 am

Και το επόμενο κεφάλαιο!! lolll

Αυτό που κάνεις αυτή τη στιγμή δε θα σε βοηθήσει καθόλου, είπε η γνωστή πια φωνή μέσα στο κεφάλι μου. Λες και της έδινα ποτέ σημασία για να την ακούσω τώρα.
Στεκόμουν μόνη στο μπαλκόνι, καθισμένη στο καρεκλάκι μου, κοιτάζοντας το ατελείωτο σκοτάδι του ουρανού. Μετά το βραδινό κλάμα, είχα βγει εδώ έξω, χωρίς να με νοιάζει τίποτα. Έτσι, δεν είχα πάρει είδηση ότι η ώρα ήταν περασμένη. Ωστόσο, ακόμη δεν είχα μπει τουρτουρίζοντας κάτω από την κουβέρτα μου για να κοιμηθώ. Απλά, συνέχιζα να κοιτάζω το άπειρο, αδειάζοντας το μυαλό μου από κάθε σκέψη.
Το βλέμμα μου επιτέλους αποσύρθηκε από τον ουρανό και κατευθύνθηκε προς το δασάκι. Εκεί όμως πάγωσα.
Ένα ζευγάρι μάτια κοιτούσε προς την κατεύθυνση μου. Τα κοίταξα κι εγώ. Μείναμε έτσι για λίγο, μέχρι που ακούστηκε η γνωστή αχνή κραυγή από τα βάθη του δάσους. Τα μάτια πετάρισαν και αμέσως μετά εξαφανίστηκαν.
Μόνο τότε ανάσαινα, τρομοκρατημένη. Ανοιγόκλεισα τα μάτια και κοίταξα προσεκτικά το δασάκι . Τίποτα το περίεργο.
Η έλλειψη ύπνου φταίει, είπε υποτιμητικά τώρα η φωνή στο κεφάλι μου. Αναρωτιέμαι, τι έφταιξα για να έχω τέτοια συνείδηση;
Έστρεψα το βλέμμα μου πάλι στον ουρανό. Το χρώμα του είχε ζωηρέψει. Για μία και μοναδική φορά χάρηκα που το μπαλκόνι είχε θέα ανατολικά. Λίγες φορές είχα αξιωθεί να ξυπνήσω αρκετά νωρίς για να δω την ανατολή του ηλίου. Οι ηλιαχτίδες του άρχισαν να γλείφουν σιγά σιγά τους τοίχους των σπιτιών, ενώ ο ήλιος έβγαινε. Σαν να ήθελε να απογειώσει την σκηνή, ένα αεράκι σηκώθηκε και πέρασε σφυρίζοντας μέσα από τα φύλλα των δέντρων για να έρθει να φυσήξει τα μαλλιά μου πίσω. Κοίταξα το πάτωμα του μπαλκονιού. Είχα μείνει λοιπόν μια ολόκληρη νύχτα ξάγρυπνη, ε; Και ποιο το νόημα; Κανένα απολύτως. Δεν είχα βρει καμία λύση. Κανέναν τρόπο για να ηρεμήσει το μυαλό μου.
Κοίταξα το δασάκι, προσπαθώντας να βρω έναν τρόπο να περάσω την μέρα μου. Σάββατο ε; Για πρώτη φορά εδώ και κάποιες μέρες ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου. Λοιπόν, ίσως να μπορούσα να βρω πάλι εκείνα τα μάτια αν πήγαινα για καμιά μικρή εξερεύνηση. Χαχα.
Με το χαμόγελο να παραμένει στα χείλη μου, όρμησα μέσα στο δωμάτιο. Αγνόησα τη φωσφοριζέ οθόνη του κινητού μου και πήγα στο κρεβάτι μου για να πάρω το mp3 μου. Χάιδεψα τη μαύρη γούνα της Σουρλουλού και βγήκα από το δωμάτιο με μια περιέργως καλή διάθεση.
Κατέβηκα τις σκάλες και καλημέρισα το Ροντ, ο οποίος με υποδέχτηκε με ένα κούνημα της ουράς του. Άνοιξα της κουρτίνες και κοίταξα έξω.
Ένα σύννεφο κάλυψε τον ήλιο.
Κοίταξα φοβισμένη τον ουρανό. Το σκοτάδι εκείνης της στιγμής προμήνυε κάτι κακό. Κούνησα το κεφάλι μου και αναθεμάτισα τα προαισθήματά μου. Έκλεισα τις κουρτίνες και γύρισα την πλάτη μου στο παράθυρο. Σήκωσα τα μάτια και ταυτόχρονα άκουσα έναν θόρυβο από την κουζίνα. Κι άλλος με πρωινό ξύπνημα;
Μπήκα μέσα δειλά δειλά για να με καλωσορίσει η παραξενεμένη φάτσα του Γιάννη. Ανασήκωσα τα φρύδια.
«Αϋπνίες;» ρώτησε εκείνος κοιτώντας τα μάτια μου.
«Τόσο χάλια φαίνομαι;» ρώτησα πειραγμένη.
«Αμέ.» απάντησε αυτός κι έφυγε με ένα ποτήρι γάλα στο χέρι. «Πάω να την ξανά-πέσω. Μη με ενοχλήσετε, εντάξει;»
«Yes sir.» μουρμούρισα εγώ μέσα από τα δόντια μου. Εκείνος με αγνόησε και άρχισε να ανεβαίνει αργά αργά τις σκάλες. Θεατρίνε.
Έτσι σε λίγα λεπτά ήμουν καθισμένη αναπαυτικά στο κρεβατάκι μου με το μπολ με τα δημητριακά στο κομοδίνο δίπλα μου, ακούγοντας μουσική. Ο ήλιος είχε ξαναβγεί, σαν να ήταν αποφασισμένος πως τίποτα δε θα τον ενοχλούσε. Αναστέναξα και μπουκώθηκα με κάμποσα δημητριακά. Πάλι καλά που δεν ήταν εδώ ο μπαμπάς, αφού θα με ζάλιζε για το θέμα «δεν-τρέφεσαι-αρκετά». Εκνευριστικό. Πολύ. Μια τούφα από τα μαλλιά μου πετάχτηκε μπροστά στα μάτια μου. Να και κάτι άλλο εκνευριστικό. Όχι πολύ.
Τεντώθηκα και πήδηξα έξω από το κρεβάτι για να προσγειωθώ αθόρυβα στο πάτωμα. Άρπαξα ένα λαστιχάκι και κοίταξα στον καθρέφτη. Χοπ, να μια όμορφη αλογοουρά. Γύρισα το κεφάλι μου στα πλάγια. Ναι, τα μαλλιά μου είχαν μακρύνει κι άλλο. Καιρός ήταν.
Έμεινα λίγο ακόμη να κοιτάζω το είδωλό μου. Τα φρύδια μου σηκώθηκαν τόσο που κρύφτηκαν πίσω από τα μαλλιά μου. Δεν ήμουν εγώ αυτή η κοπέλα. Με τίποτα. Εντάξει, είχαμε ίδιο σωματότυπο, αλλά κατά τα άλλα καμιά ομοιότητα. Τα μαλλιά της ήταν πιο ανοιχτόχρωμα από τα δικά μου, ενώ ήταν και πιο σπαστά. Τα μάτια της ήταν σίγουρα πιο λαμπερά από τα συνήθως θαμπά δικά μου… Και ανοιγμένα από έκπληξη. Τέλος στο πρόσωπό της δεν υπήρχε καμία παιδική τρέλα. Κανένα χαμόγελο. Ούτε καν η γνωστή τρελή αναλαμπή στα άγνωστα, λαμπερά τώρα πια, μάτια.
Κατσούφιασα και κατσούφιασε και αυτή. Επιτέλους, να και κάτι γνώριμο. Άλλος ένας αναστεναγμός. Πήρα τη γνωστή μου έκφραση και η άγνωστη κοπέλα ξαναγύρισε. Κοίταξα το ταβάνι. Εντάξει, εντάξει, πείστηκα.
Έκανα μια απότομη στροφή προς την ντουλάπα μου. Ένα τζιν, μία κοντομάνικη μπλούζα και μία ζακέτα. Ταράν. Έτοιμη για βόλτα στο δάσος. Άρπαξα και από το κάτω μέρος το τσαντάκι μου, έβαλα μέσα mp3, κινητό και παρεμφερή πράγματα και πετάχτηκα έξω από το δωμάτιο.
«Γιάννηηη!! Πάω βόλτα!!» φώναξα προς την κλειστή πόρτα.
«Σου είπα να μην με ξυπνήσεις!!! Και καλά, πήγαινε…» έκανε αυτός από μέσα. Και μετά σιωπή.
Κατσούφιασα. Αδιαφορία ο κύριος;;
Την ώρα που έβγαινα από την εξώπορτα κοντοστάθηκα. Κοίταξα τα κλειδιά μου για λίγο, μετά την ομπρέλα και τέλος τον ουρανό. Μόνο αυτό το μικρό συννεφάκι. Τίποτα ύποπτο. Και ούτως ή άλλως η Ελένη θα είναι μέσα μαζί με τον Γιάννη. Σήκωσα τους ώμους μου και έκλεισα με θόρυβο την πόρτα. Για να πάμε να βρούμε εκείνα τα ματάκια, σκέφτηκα.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Πεμ Φεβ 17, 2011 5:03 am

τωρα με εβαλες σε αγωνια!!!
Θελω και αλλο!!! smile
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Laverne de Montmorency
Moderator
Moderator
avatar

Number of Posts : 1986
Registration Date : 05/03/2010

Character sheet
Magic Object: Αόρατος Μανδύας
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Πεμ Φεβ 17, 2011 6:46 am

Έχω την εντύπωση ότι κάτι θα συμβεί στο δάσος.

Τώρα έχω αγωνία!


A false tear brings pain to the ones around you, but a false smile brings pain to one self



Σπόιλερ:
 
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Πεμ Φεβ 17, 2011 6:56 am

Ωχ, προβλέπω να τρώω ντοματούλες. loll
Το δάσος δεν το αναλύω και πολύ. lolll
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Πεμ Φεβ 17, 2011 8:02 am

Ααααααα!! Επιτέλους συνέχεια Very Happy Συννεφάκι μου, μου άρεσαν οι λεπτοδουλεμένες περιγραφές σου και το ύφος σε αυτό το κεφάλαιο! wink Επίσης, τι στο καλό γίνεται με αυτά τα ματάκια στο δάσος; Οέο; Η Σοφία μας έδειξε άλλη μια της πλευρά, αυτή την ματαιόδοξη, την χτυπημένη από την μεταβατική ηλικία της εφηβείας! Καλή δουλειά!!
Συνέχεια όποτε μπορέσεις καλό μου!! Πολύ ωραίο και ανατρεπτικό inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Τρι Μαρ 01, 2011 6:05 am

Ε, όχι.
Εντάξει, να αποδεχτώ το γεγονός ότι η εκδρομούλα μου ματαιώθηκε λόγω υπερβολικής πυκνότητας θάμνων με αγκάθια, να καταλάβω το ότι μου βγήκε ο λαιμός ουρλιάζοντας όταν έπεσα πάνω σε μία νυχτερίδα (η οποία ήταν και η υπεύθυνη για την «χθεσινή» τρομάρα μου) κατά την επιστροφή και να προσπαθήσω να ξεχάσω το ότι με έπιασε καταιγίδα στον δρόμο. Αλλά αυτό όχι.
Γιατί, γιατί τα δύο χαζά επέλεξαν αυτήν την ώρα για να λείπουν από το σπίτι;;
Ψαχούλεψα στα γρήγορα την τσάντα μου για 5η φορά, μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθώ πως δεν είχα πάρει τα κλειδιά μαζί μου. Πάλι καλά που η ζακέτα μου είχε κουκούλα. Ουφ.
«Βρε! Η Αθηνά!» ακούστηκε μια φωνή πίσω μου.
Γύρισα και κοίταξα. Αμέσως βόγκηξα. Αυτός που είχα φωνάξει ήταν ο Πέτρος, που ερχόταν ήρεμα προς το μέρος μου, με μία τεράστια μαύρη ομπρέλα στο χέρι του. Κλειστή.
«Συγνώμη, έχεις ομπρέλα και την έχεις κλειστή; Μόνο εσύ τα κάνεις αυτά!» του φώναξα.
«Μφ! Μπες από κάτω, θα πάθεις τίποτα!» είπε γελώντας. Άνοιξε την ομπρέλα στα γρήγορα και την έτεινε προς το μέρος μου.
Μουρμούρισα ένα «ευχαριστώ» και χώθηκα από κάτω.
«Λοιπόν, πως ακριβώς βρέθηκες κλεισμένη απ’ έξω;» ρώτησε.
«Είχα πάει μια βόλτα και τα αδέρφια μου λείπουν από το σπίτι.» απάντησα στα γρήγορα.
«Και αυτό συν τη βροχή μας κάνουν μια βρεγμένη Σοφία.» γέλασε.
«Χαχα. Πολύ αστείο.» μουρμούρισα.
«Τέλος πάντων, έχω και δουλειές, οπότε φεύγω.» είπε στα γρήγορα και έκλεισε απότομα την ομπρέλα του. Ένας χείμαρρος νερού έπεσε πάνω μου.
«Έι! Προειδοποίησε πρώτα! Και γιατί έκλεισες την ομπρέλα;»
«Ουπς. Συγνώμη. Βαριέμαι να την κρατάω ρε…» μουρμούρισε.
«Ωχ, δεν τα βγάζω πέρα μαζί σου! Για να τελειώνουμε, καλές δουλειές!» είπα και του κούνησα το χέρι καθώς απομακρυνόταν.
«Τα λέμε! Και την επόμενη φορά κλειδιά και ομπρέλα!» φώναξε περιπαικτικά.
Αναστέναξα και γύρισα την πλάτη μου στο δρόμο, κοιτάζοντας την πόρτα, μήπως γίνει κάποιο θαύμα και την ανοίξει ο Ροντ . Όπως περίμενα, τίποτα δεν έγινε. Έτσι, βάλθηκα να περπατάω τριγύρω. Χαιρέτησα κάποιους γείτονες που καθόταν στα παράθυρά τους και έβλεπαν τη βροχή και ξαναγύρισα στο σπίτι. Εκεί μου χαμογέλασε κατά έναν τρόπο η τύχη, καθώς σκόνταψα σε ένα παιχνίδι της Ελένης και για να μην πέσω ακούμπησα πάνω στο κουδούνι της πόρτας με το δεξί μου χέρι. Και, ταράν! Η πόρτα άνοιξε και βλέπω μπροστά μου την Ελένη, με το αδιάβροχο ακόμη φορεμένο.
«Αδερφούλα! Γύρισες; Έπρεπε να έχεις έρθει πιο νωρίς, βρέχει!!» τιτίβισε η μικρή.
«Π… πες μου πως μόλις ήρθατε…» είπα εγώ.
«Ναι! Τι σύμπτωση!!»
«Διαβολική…» συμφώνησα.
Περιττό να πω πως η πρώτη δουλειά που έκανα μόλις ανέβηκα πάνω είναι να αλλάξω και αμέσως μετά να βάλω θερμόμετρο, υπό την επίβλεψη του Γιάννη. Αφού επιβεβαιώθηκε πως δεν είχα πυρετό, έφυγε γρήγορα από το δωμάτιο για να «πάει να διαβάσει».
«Και να ρωτήσω! Που ήσασταν πριν;» φώναξα τρέχοντας από πίσω του με μια κουβέρτα στους ώμους να ανεμίζει σαν μπέρτα.
«Είχαμε πάει στον κτηνίατρο για το ποντίκι της Ελένης.» είπε αδιάφορα εκείνος κλείνοντας την πόρτα του δωματίου του μπροστά στο πρόσωπο μου. Έσμιξα τα φρύδια μου.
Το ποντίκι, λοιπόν.
Γύρισα στο δωμάτιό μου και βρόντηξα την πόρτα, ακουμπώντας πάνω της , αποκαμωμένη. Έκλεισα τα μάτια και για λίγο πίστεψα πως θα με πάρει ο ύπνος, εκεί στην πόρτα. Ωστόσο ένα χτύπημα στην πόρτα με ανάγκασε να ανοίξω τα μάτια και να ανοίξω και την πόρτα. Να πάλι μπροστά μου η Ελένη.
«Τι είναι μικρή;» την ρώτησα στα γρήγορα , μπας κι έφευγε και γρήγορα.
«Θα φτιάξεις κάτι να φάμε;;» ρώτησε.
Σήκωσα τα μάτια μου στο ταβάνι, απηυδισμένη. Τι άλλο μπορούσα να κάνω;
«Καλά, καλά πάω!»
Κατέβηκα μουρμουρίζοντας στην κουζίνα και άνοιξα διάπλατα το ψυγείο. Σχεδίαζα να φτιάξω μια απλή σαλάτα, αλλά αυτό που δεν σχεδίαζα και τελικά έκανα είναι να βγάλω ένα ταπερ με κοκκινιστό. Το κοίταξα με γουρλωμένα μάτια.
«Γιάννηηη, έμαθες να φτιάχνεις κοκκινιστό;;» φώναξα προς τα πάνω.
«Τι λες καλέ!!» ακούστηκε η απάντησή του. Καλά, απλά ήλπιζα.
Κάθισα και το σκέφτηκα λίγο. Υπήρχε ένα διάστημα που όλοι μας λείπαμε. Με αυτό κρατούμενο, μια ιδέα μου πέρασε από το μυαλό, που για να επιβεβαιωθώ έπρεπε να την πέσω στη μάσα.
«Ναι! Είναι το κοκκινιστό της μαμάς!» είπα. Και, αμέσως προς τα πάνω «Κατεβείτε!»
Έστρωσα στα γρήγορα το τραπέζι και κάθισα να φάω, καθώς μετά την σημερινή μέρα πεινούσα πολύ. Λογικό το βρίσκω. Μόλις κατέβηκαν και οι άλλοι δύο, ο Γιάννης κοίταξε το πιάτο του έκπληκτος.
«Έμαθες να φτιάχνεις κοκκινιστό;» με ρώτησε. Τον κοίταξα και αμέσως ανασήκωσε τους ώμους. «Απλά ρώτησα.» έκανε.
«Τα έφερε ο μπαμπάς, μάλλον όσο λείπαμε. Καθίστε κάτω να φάμε τώρα!» είπα εγώ.
Η ησυχία στο τραπέζι ήταν υπερβολική, τόσο που μάλλον και η Ελένη το βρήκε περίεργο, κρίνοντας από τις ματιές που έριχνε τριγύρω. Αναστέναξα και σηκώθηκα.
«Λοιπόν, εγώ τελείωσα!» έκανα. Κοίταξα στα γρήγορα το Γιάννη και έμεινα με το στόμα ανοιχτό.
Ενώ πριν από λίγα δευτερόλεπτα το πιάτο του ήταν γεμάτο, τώρα ήταν άδειο!
«Εμ… Μήπως το παράκανες λιγάκι, Γιάννη;»
«Ντεν υάχει μπρόμπλημα!» μούγκρισε αυτός.
«Κατάπιε πρώτα!!» φώναξε νευριασμένη.
Με κοίταξε με μάτια γουρλωμένα, γεμάτα υποτιθέμενη έκπληξη. Κατάπιε.
«Δεν υπάρχει πρόβλημα, λέω! Ούτως ή άλλως, βιάζομαι.» είπε στα γρήγορα και καταβρόχθισε και μια μπουκιά από τη σαλάτα που είχα φτιάξει.
Κατσούφιασα.
«Θα βγεις;» ρώτησα, τάχα αδιάφορα.
«Ναι, καλά το κατάλαβες. Μη με περιμένετε λοιπόν, μάλλον θα αργήσω.» απάντησε και τινάχθηκε από το τραπέζι. Πριν προλάβω να του πω οτιδήποτε άλλο, είχε ανέβει στον επάνω όροφο.
Αναστέναξα και γύρισα στην Ελένη.
«Εσύ κακομοίρα μου, μην παραδειγματίζεσαι από αυτόν! Δεν τα παρατάμε όλα όπως να ‘ναι και φεύγουμε!» αστειεύτηκα.
«Μπορεί, αλλά είμαι μικρό!» είπε γλυκανάλατα αυτή και βλεφάρισε κάπου στις εκατό φορές.
«Το ‘πιασα το μήνυμα! Άντε, τράβα πάνω, θα κανονίσω εγώ την κατάσταση εδώ.» της είπα χαρούμενα και την έσπρωξα προς την σκάλα. Μόλις εξαφανίστηκε και αυτή στον πάνω όροφο, το χαμόγελο έσβησε από τα χείλη μου και κοίταξα το άδειο πια τραπέζι. Αμέσως νευρίασα με τον εαυτό μου.
«Ω, τι με έπιασε πάλι; Μια χαρά ήταν η μέρα μου (εδώ κόμπιασα) , προς τι οι μελαγχολίες;;» φώναξα και χτύπησα το πόδι μου στην καρέκλα.
Αμέσως το μετάνιωσα.
«Αου!!! Αυτό πόνεσε, πόνεσε, πόνεσε!!» μουρμούρισα, ενώ ταυτόχρονα έκανα κουτσό πάνω κάτω στην κουζίνα. Κοίταξα εξεταστικά την πατούσα μου. Εντάξει, κανένα απολύτως πρήξιμο. Σχεδόν ταυτόχρονα ο Γιάννης κατέβηκε, σχεδόν τρέχοντας.
«Έγινε τίποτα; Άκουσα ένα κρότο πριν από λίγο.» με ρώτησε καθώς φορούσε τα παπούτσια του.
«Χτύπησα το πόδι μου στην καρέκλα. Κατά τα άλλα τίποτα.» πήρα μια ανάσα. «Μην ανησυχείς πάντως, δεν…»
«Η καρέκλα είναι εντάξει;» με ρώτησε εκείνος βιαστικά.
«…χτύπησα πολύ…» συμπλήρωσα την πρόταση μου. Και μετά πιο δυνατά: «Για την καρέκλα ανησύχησες εσύ;;»
«Σε πειράζω.» μου έβγαλε τη γλώσσα. «Τα λέμε!» φώναξε και βγήκε στα γρήγορα έξω, βροντώντας την πόρτα πίσω του.
Έμεινα να κοιτάζω για λίγο την κλειστή πια πόρτα, με το μυαλό μου να ταξιδεύει εδώ και ‘κει. Μετά γονάτισα μπροστά στην καρέκλα και κοίταξα το πόδι της.
«Εντάξει.» μουρμούρισα. «Ούτε εσύ έπαθες τίποτα…»
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Τρι Μαρ 01, 2011 6:14 am

laugh Πλάκα έχει ο Γιάννης laugh
Ζουμερή συνέχεια!! Και με ωραίες περιγραφές, με τα όλα της... Για να δούμε τι θα τους ξημερώσει lolll
Συνέχεια όποτε μπορέσεις συννεφάκι μου!! inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
The Half-Blood Princess
Λυκανθρωπος
Λυκανθρωπος
avatar

Number of Posts : 5241
Registration Date : 10/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Πεμ Μαρ 03, 2011 2:07 am

"Η καρεκλα ειναι ενταξει???" rofl

Περιμενουμε συνεχεια! inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Laverne de Montmorency
Moderator
Moderator
avatar

Number of Posts : 1986
Registration Date : 05/03/2010

Character sheet
Magic Object: Αόρατος Μανδύας
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Πεμ Μαρ 03, 2011 2:35 am

Ανιψούλα έχεις ταλέντο στο να γράφεις για τέτοιες χαοτικές καταστάσεις. Γενικά στο γράψιμο. Περιμένω συνέχεια! Very Happy


A false tear brings pain to the ones around you, but a false smile brings pain to one self



Σπόιλερ:
 
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Πεμ Μαρ 03, 2011 5:48 am

Συμφωνώωωω στο τετράγωνο wink hug
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Πεμ Μαρ 03, 2011 9:27 am

Οκ, το έπιασα το μύνημα. loll
Η συνέχεια θα έρθει σύντομα (ελπίζω loll) !!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Κυρ Μαρ 27, 2011 9:56 am

Η αργοπορημένη συνέχεια!

«Όχι.» η φωνή μου ακούστηκε λίγο πιο επιτακτική απ’ ότι ήθελα όταν το είπα αυτό.
Είχαν περάσει ήδη δύο ώρες από την ώρα που βγήκε ο Γιάννης και, για να περάσω την ώρα μου, διάβαζα κάποια βιβλία που είχα καταχωνιάσει στα ράφια μου. Συγκεκριμένα διάβαζα ένα για μια κοπέλα που έψαχνε τον πατέρα της και την μητέρα της και μετά έγινε ολόκληρο μπέρδεμα. Δυστυχώς, ήμουν ήδη στις τελευταίες σελίδες.
«Μα γιατί;» ρώτησε θυμωμένα η μικρή.
«Επειδή και βαριέμαι και κάνω κάτι άλλο.» μουρμούρισα εγώ κοιτάζοντας το βιβλίο μπροστά μου. «Χα, το ήξερα πως αυτός ήταν ο πατέρας της!» έκανα καθώς κοίταζα με ένα βλέμμα νίκης το όνομα του άνδρα τυπωμένο στις σελίδες.
«Τεμπέλα!!» φώναξε η μικρή γυρνώντας μου την πλάτη.
Δεν άντεξα. Πέταξα το βιβλίο μου στο τραπέζι και σηκώθηκα απότομα.
«Δηλαδή για να καταλάβω, με λες τεμπέλα επειδή δεν πάω μες τη νύχτα να σου αγοράσω καραμέλες;;;» ρώτησα , κοιτάζοντας την με ένα θυμωμένο ύφος.
«Ναι!» έκανε χαρούμενα η μικρή.
Την κοίταξα με ένα κενό βλέμμα. Ζύγισα την κατάσταση. Βαριόμουν, αυτό ήταν γεγονός . Αλλά αν δεν πήγαινα η μικρή θα μου έσπαγε όλη τη νύχτα τα νεύρα. Αναστέναξα και κατευθύνθηκα στα γρήγορα προς την πόρτα.
«Α, ώστε θα πας, ε;» ρώτησε, χοροπηδώντας τριγύρω μου. Της έφερα την τσάντα μου στο κεφάλι.
«Ναι, για το καλό της υγείας μου.» μουρμούρισα και της γύρισα την πλάτη. «Λοιπόν, δεν πειράζεις τις πρίζες, ούτε τα ηλεκτρικά και δεν ανακατεύεσαι με την κουζίνα όσο λείπω! Κατανοητή;» είπα λίγο δυνατότερα καθώς έβγαζα τα μαλλιά μου έξω από το ζακετάκι μου.
«Ναι, ναι ότι πεις!!» έκανε η μικρή σπρώχνοντας με έξω από την πόρτα. Την έκλεισε στα γρήγορα με το που πάτησα το πόδι μου στο κεφαλόσκαλο. Έμεινα να κοιτάζω την κλειστή πόρτα μέχρι που αποφάσισα πως θα της έτρωγα κάμποσες καραμέλες. Έφτιαξα στα γρήγορα το αριστερό μου πέδιλο, καθώς μου είχε χαλαρώσει λιγάκι και μου έβγαινε από το πόδι και έφυγα.
Καθώς περπατούσα σκεφτόμουν (στα σοβαρά, για πρώτη φορά) τη νέα τροπή που είχε πάρει η ζωή μου. Ήμουν, κατά κάποιον τρόπο, η κολόνα της οικογένειας , καθώς αμφιβάλλω αν ο Γιάννης θα έκανε τίποτα αν δεν ήμουν εγώ. Επίσης όλες οι υποχρεώσεις που είχα, όπως τα μαθήματα, το σπίτι και η Ελένη, με είχαν κάνει να ξεχάσω κάπως το «μεγάλο ρομάντζο» της εφηβείας μου. Αναστέναξα. Κι αυτό το μισείς!, μουρμούρισε μια φωνούλα μέσα μου. Η γνωστή, εκνευριστική φωνούλα. Δε σου μίλησα εσένα, σκέφτηκα πικρά, καθώς γυρνούσα από την άλλη εκνευρισμένη. Αμέσως έκλεισα τα μάτια μου και αναστέναξα. Αφού η συνείδηση μου ήταν μέσα στο κεφάλι μου, τι βοηθούσε το να κοιτάζω αλλού; Χαζό κορίτσι.
Κάπου εκεί παραπάτησα. Κοίταξα το πόδι μου στα γρήγορα και είδα πως το πέδιλο μου είχε φύγει σχεδόν ολοκληρωτικά από το πόδι. Κοκκίνισα και έσκυψα, αποφασισμένη να το φτιάξω μια και καλή!
«Έλα ρε Γιάννη!! Από τώρα θα φύγεις;;» άκουσα μια κοριτσίστικη, στριγκιά φωνή να φωνάζει, προσπαθώντας να ακουστεί και χαριτωμένη και θυμωμένη. Αμέσως ευχήθηκα τα μονοπάτια μας να μην ξαναδιασταυρώνονταν (κάτι πολύ απίθανο, καθώς σε αυτή την πλευρά της πόλης όλοι ήξεραν τους πάντες). Δεν τη συμπάθησα. Τελεία.
«Συγνώμη Κωνσταντίνα, αλλά βιάζομαι! Έχω δύο νιάνιαρα να με περιμένουν στο σπίτι!» ακούστηκε μια αγορίστικη και γνώριμη φωνή να λέει. Τι στο καλό… ο Γιάννης δεν ήταν αυτός; σκέφτηκα μπερδεμένη. Δε θυμάμαι το όνομα Κωνσταντίνα στη λίστα με τα φιλαράκια του.
Το ξέρεις ότι κρυφακούς, έτσι;, ρώτησε ειρωνικά η συνείδησή μου.
Φυτρώνεις εκεί που δε σε σπέρνουν! Και όχι, δεν κρυφακούω, απλά φτιάχνω το πέδιλό μου! , απάντησα. Ωστόσο σηκώθηκα στα γρήγορα και συνέχισα το δρόμο μου προς το πιο κοντινό περίπτερο.

Είχα πάρει το δρόμο του γυρισμού, αφού πρώτα έκανα το γύρω της περιοχής για να βρω ένα ανοιχτό περίπτερο. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο είχα πάρει ένα σκεφτικό ύφος που δεν άρμοζε στις περιστάσεις. Και όταν λέω περιστάσεις, εννοώ την όμορφη βραδιά και την ψυχολογική μου κατάσταση. Ένιωθα υπέροχα, ο καιρός ήταν καλός. Οπότε, προς τι το ύφος; Αναστέναξα και πάνω στην ώρα άκουσα το κουδούνι ενός ποδηλάτου να χτυπάει δυνατά πίσω μου. Γύρισα και ίσα που πρόλαβα να φύγω από τη μέση. Το ποδήλατο με προσπέρασε και χάθηκε μέσα στη νύχτα, με το μόνο πράγμα που επιβεβαίωνε το γεγονός να είναι η κοφτή ανάσα μου.
Χαζή!! Με το να χάνεσαι στις σκέψεις σου στη μέση του δρόμου δε θα καταφέρεις τίποτα! , ακούστηκε η συνείδησή μου στο κεφάλι μου, που έκανε την εμφάνισή της για τρίτη φορά μέσα στο ίδιο βράδυ.
Την αγνόησα και συνέχισα να κοιτάζω το σκοτάδι. Καθώς το ποδήλατο περνούσε από δίπλα μου, είχα προλάβει να ρίξω μια ματιά στο πρόσωπο του ποδηλάτη. Ένα νεαρό κορίτσι, με κοντά, ανοιχτόχρωμα καφέ μαλλιά και γκρίζα μάτια που έλαμπαν στο σκοτάδι. Φαινόταν να είχε την ίδια ηλικία με εμένα, αλλά η ματιά της που υποδήλωσε κάτι πιο… παιδικό. Μόλις σκέφτηκα αυτή την λέξη, το μυαλό μου πήγε στην Ελένη που ήταν μόνη της στο σπίτι… και, εδώ και πολύ καιρό, ένιωσα ένοχη. Ξέχασα το γεγονός (προσωρινά) και έτρεξα προς το σπίτι. Ευτυχώς δεν ήμουν πολύ μακριά, κι έτσι έφτασα σε ελάχιστα λεπτά. Έβαλα το κλειδί στην πόρτα και την άνοιξα.
«Συγνώμη που άργησα!!» φώναξα καθώς έκλεισα την πόρτα στα γρήγορα. Έριξα μια ματιά για να εντοπίσω την Ελένη και αμέσως έμεινα να κοιτάζω το κενό.
«Αα, γύρισες Σοφία;; Έφερες τις καραμέλες μου;;» φώναξε η μικρή και ήρθε τρέχοντας καταπάνω μου.
«Βρε, ξέχνα τις καραμέλες. Θα μου απαντήσεις σε μία ερωτησούλα;» ρώτησα ήρεμα καθώς κοιτούσα το σαλόνι.
«Σίγουρα!» έκανε αυτή ναζιάρικα και πετάρισε τις βλεφαρίδες της.
«Πως κατάφερες, μέσα σε ένα τέταρτο, να δημιουργήσεις αυτόν το χαμό;» είπα κοιτώντας την σοβαρά. Το σαλόνι που έβλεπα μπροστά μου δεν είχε καμία σχέση με το σαλόνι που άφησα όταν έφυγα.
«Ααα, δεν ήταν δύσκολο!» είπε αυτή χαμογελώντας.
«Δεν το είπα σαν κομπλιμέντο.» μουρμούρισα. «Τέλος πάντων, οι καραμέλες σου!» της φώναξα, πετώντας της το σακουλάκι με τις καραμέλες. «Καληνύχτα, και το πολύ σε 20 λεπτά να είσαι στο κρεβάτι!» συμπλήρωσα καθώς ανέβαινα τις σκάλες για το επάνω πάτωμα.
Μόλις έφτασα στο δωμάτιό μου, έκλεισα την πόρτα και ξάπλωσα με φόρα στο κρεβάτι. Κοίταξα πρώτα το ταβάνι και μετά η ματιά μου έπεσε στο νυχτερινό ουρανό. Έβαλα τα χέρια πίσω από το κεφάλι μου κι έκλεισα τα μάτια. Αμέσως η σκέψη μου, οδηγημένη από ένα προαίσθημα που είχα, γύρισε στη κοπέλα με τα κοντά μαλλιά και το ποδήλατο. Αναστέναξα, με τα μάτια ακόμη κλειστά και προσπάθησα να κοιμηθώ, με την ελπίδα να μην δω τον γνωστό εφιάλτη.
Άδικα ελπίζεις, μουρμούρισε νυσταγμένα η φωνούλα στο κεφάλι μου.
Καληνύχτα και σε σένα, σκέφτηκα κι εγώ, ενώ είχα σχεδόν αποκοιμηθεί. Τελευταία σκέψη μου ήταν το πόσο εκνευριστική μπορεί να γίνει μια ανθρώπινη συνείδηση. Μετά, με πήρε ο ύπνος.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Ariadni*
Ξωτικό
Ξωτικό
avatar

Number of Posts : 3072
Registration Date : 25/02/2010

Character sheet
Magic Object: Πέτρα της Ανάστασης
House: Animus Animus
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Δευ Μαρ 28, 2011 2:47 am

Ω!! Συνέχεια!! smile
[...]Πολύ ωραία βεβαίως βεβαιως, λατρεύω τον εσωτερικό κόσμο της Σοφίας και ιδιαίτερα την εσωτερική της πάλη με τη συνείδησή της(κι εγώ το κάνω αυτό.. lolll ).
Επίσης, ποια ήταν η μυστήρια κοπέλα- κορίτσι- δεν ξέρω πάνω στο ποδήλατο μες στη μαύρη νύχτα, οεο;; laugh
Θέλουμε συνέχεια, ναι, όμως δεν σε πιέζουμε Cool inloving
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Τετ Μαρ 30, 2011 1:19 am

Ότι πείτε, δεσποινίς Ξωτικό!
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
Starlight
Administrator
Administrator
avatar

Number of Posts : 4810
Registration Date : 14/03/2010

Character sheet
Magic Object: Κιβωτός των στοχασμών
House: Silentium Silentium
ΔημοσίευσηΘέμα: Απ: Εφιάλτης ή πραγματικότητα;   Τρι Απρ 26, 2011 11:32 pm

Η συνέχεια. loll
Ναι, είναι μεγαλούτσικη.

Περπατούσα, στην ίδια πόλη. Ξανά. Τα πόδια μου ήταν βαριά σαν μολύβι. Τα μάτια μου έκλειναν. Σταμάτησα το περπάτημα
και το σκέφτηκα. Αφού είναι όνειρο, γιατί νυστάζω; Έκλεισα για λίγο τα μάτια. Και που ξέρω ότι αυτό είναι όνειρο; Μπα, πολύ το φιλοσοφώ. Και κάπου εδώ περίμενα να ακουστούν τα συνήθη βήματα.
Πράγματι. Η σιωπή που είχε δημιουργηθεί είχε σπάσει από τον ήχο βημάτων. Γύρισα, για πρώτη φορά
γνωρίζοντας τι να περιμένω. Μια μαύρη φιγούρα ξεχώριζε, καθώς πίσω της ο ήλιος είχε αρχίσει να ανεβαίνει στον ουρανό,
διαλύοντας το σκοτάδι στην πόλη. Ήταν η μοναδική φορά που μπόρεσα να ξεχωρίσω κάποιο χαρακτηριστικό στο πρόσωπο του ανθρώπου αυτού. Η ματιά μου έπεσε στα μάτια του. Χρώματος καστανά, με μια τρελή λάμψη μέσα τους. Και με μια δόση
χαράς.
Άνοιξα τα μάτια χωρίς να το καταλάβω. Όλα τριγύρω ήταν σκοτεινά και η ανάσα που επέστρεφε στο πρόσωπό μου. Κατσούφιασα και βγήκα έξω από το πάπλωμα με κλείνοντας τα μάτια. Στηρίχτηκα στον αγκώνα μου και τα άνοιξα
για να ρίξω μια ματιά στον Κόσμο Έξω από το Πάπλωμα.
Το φως γέμιζε το δωμάτιο και χτυπούσε τις κουρτίνες, δημιουργώντας πολύχρωμα κύματα στους τοίχους. Χασμουρήθηκα και χώθηκα πάλι κάτω από τα σκεπάσματα, απολαμβάνοντας το σκοτάδι και την ηρεμία. Δεν πρόλαβα να κλείσω τα μάτια και το αγαπημένο μου τραγούδι ακούστηκε, προφανώς από το κινητό
μου. Αναστέναξα και σηκώθηκα στα γρήγορα, με σκοπό να μιλήσω στο τηλέφωνο, να το κλείσω και να ξαναπέσω για
ύπνο.
«Παρακαλώ;» είπα νυσταγμένα.
«Σοφία; Σε ξύπνησα;» η φωνή της Δήμητρας. Τι ήθελε τόσο πρωί; Και, συγνώμη, αυτή δε με απέφευγε;
«Ε; Όχι, μην ανησυχείς. *χασμουρητό* Τι έγινε; Πως και πήρες τόσο πρωί;»
«Ω…» σταμάτησε για λίγο. «Εμ, ήθελα να σου πω… πως το απόγευμα φεύγω.» άκουσα τη
χαρακτηριστική σιωπή που δημιουργεί το τηλέφωνο όταν γυρνάει και κοιτάει στο πουθενά. Ενώ το μυαλό μου αναρωτιόταν γιατί η Δήμητρα απομάκρυνε το κινητό από το αυτί της, η φωνή μου γέμισε το σπίτι.
«Εεεε;;; Πως;; Γιατί;; Πότε;;» οι ερωτήσεις ήρθαν ένα δευτερόλεπτο μετά.
Λίγα λεπτά σιωπής, προφανώς μέχρι η Δήμητρα να σιγουρευτεί πως οι τσιρίδες μου είχαν σταματήσει.
«Δε στο είχα αναφέρει τόσο καιρό επειδή… *βηχαλάκι* Τέλος πάντων, μετακομίζω.
Αθήνα. Βλέπεις, ο πατέρας μου βρήκε μια συμφέρουσα δουλειά εκεί και… αυτό.» Αναστέναξε. «Απ’ ότι άκουσα ήρθε ήδη
καινούργια κοπέλα στο τμήμα» συμπλήρωσε και η φωνή της άλλαξε σε έναν γκρινιάρικο τόνο.
Είχα μείνει άφωνη. «Πότε είπες ότι φεύγεις;;»
«Το απόγευμα. Σκέφτηκα πως έπρεπε να στο πω.»
«Ωραία, έρχομαι από εκεί.»
Κι άλλος αναστεναγμός.
«Τι;» ρώτησα. Για κάποιον λόγο είχα την εντύπωση πως η απάντηση θα ήταν απλή, αλλά, όπως πάντα, θα μου διέφευγε.
«Έπρεπε να το περιμένω. Τελικά καλά έκανα που σε πήρα.» μουρμούρισε αυτή. Και ύστερα συμπλήρωσε, λίγο πιο δυνατά. «Σοφία, Δευτέρα είναι σήμερα, όχι Κυριακή!»
Έμεινα ακίνητη. Αμέσως μετά θυμήθηκα. Η χθεσινή μέρα είχε περάσει πολύ γρήγορα, καθώς είχα στρωθεί για διάβασμα. Έτσι οι ώρες πέρασαν και, χωρίς να το πάρω είδηση, είχε πάει βράδυ.
«Σοφία;» η φωνή της Δήμητρας με ξύπνησε.
Κοίταξα στα γρήγορα το ρολόι μου. Η ώρα πλησίαζε οχτώ.
«Αμάν, αμάν» μουρμούρισα. «Δήμητρα, τι ώρα περίπου μπορώ να έρθω;» τη ρώτησα καθώς έτρεχα να ξυπνήσω τα άλλα δύο χαζά.
Το σκέφτηκε για λίγο. «Κοίτα, το καράβι φεύγει στις 5… μπορείς μετά το σχολείο;»
«Πες πως έγινε. Τα λέμε τότε!» έκλεισα γρήγορα το τηλέφωνοκαι όρμησα στο δωμάτιο της μικρής. Την πλησίασα και την ταρακούνησα. «Μικρή, ξύπνα!! Ώρα για σχολείο!!»
Μισάνοιξε τα μάτια και με κοίταξε. «Ε;» μουρμούρισε.
«Σχολείο, λέω!! Ξύπνα!!» φώναξα γρήγορα καθώς πήγαινα να ξυπνήσω και τον άλλον. Προς μεγάλη μου
έκπληξη, κοιμόταν στο γραφείο του. Αφού έμεινα να τον κοιτάζω για λίγο, κούνησα το κεφάλι και κλώτσησα την καρέκλα του. Ο θόρυβος, ευτυχώς, τον ξύπνησε.
«Τι;» έκανε νυσταγμένα-θυμωμένα.
«Η ώρα πήγε 8! Να τι!» απάντησα τον ίδιο τόνο.
Βήματα ακούστηκαν στην πόρτα και η Ελένη ξεπρόβαλλε από πίσω μου, ήδη ντυμένη.
«Αν συνεχίσετε την κουβέντα, θα αργήσετε!» μας είπε με τον τόνο που θα είχε μια μεγάλη αδερφή στα δύο μικρότερα αδέρφια της.
Και κάπως έτσι, καταλήξαμε να μπαίνουμε τρέχοντας στον σχολικό χώρο, μόνο και μόνο για να προλάβουμε για λίγο το τέλος της προσευχής. Αλλά η τύχη μου δεν ήταν καλή ούτε σήμερα. Ενώ ο Γιάννης και η Ελένη ανακατεύτηκαν στα γρήγορα με το πλήθος, εγώ σχεδόν έπεσα πάνω στο διευθυντή.
«Ωπ! Φαίνεται ότι το πάπλωμα ήταν πολύ βαρύ, έτσι;» χαμογέλασε.
Τον κοίταξα για λίγο και μετά χαμήλωσα τα μάτια, κυρίως λόγω του εφιάλτη μου. Τα μάτια που είδα σήμερα… έμοιαζαν με αυτά του διευθυντή τώρα. Αν και μου θύμιζαν κάτι άλλο… ένα ζευγάρι μάτια που τα είχα δει πολλές φορές παλιά, αλλά τώρα έχουν χαθεί.
Εντωμεταξύ, η αυλή είχε αρχίσει να αδειάζει, ευτυχώς για εμένα. Ο άντρας κοίταξε γύρω του και το πρόσωπό του πήρε μια ένοχη έκφραση.
«Μάλλον σε κράτησα λίγο παραπάνω.» αναστέναξε. Με κοίταξε και ρώτησε. «Όνομα;»
«Α!» έκανα εγώ, βγαίνοντας από το λήθαργό μου. «Σοφία Γεωργίου.» απάντησα στα γρήγορα.
«Μάλιστα.» μου έκλεισε το μάτι και γύρισε να πάει στο γραφείο του. «Α, πες στον καθηγητή σου ότι σε κράτησα εγώ.» συμπλήρωσε καθώς έκλεινε την πόρτα.
Έμεινα για λίγο ακίνητη και σε λίγα λεπτά εξηγούσα στον μισό-κουφό καθηγητή της Μουσικής το λόγο που άργησα. Αφού, επιτέλους, συνεννοηθήκαμε, κάθισα με έναν αναστεναγμό στη θέση μου, κοιτώντας την άδεια θέση της Δήμητρας από δίπλα. Αναστέναξα ξανά και προσπάθησα να βρω έναν τρόπο να προλάβω να περάσω από το σπίτι της μετά το
σχολείο.
«Ψιτ, Σοφία;» άκουσα τον ψίθυρο του Πέτρου από πίσω. Γύρισα όσο πιο διακριτικά μπορούσα.
«Που είναι η Ξανθιά;» ρώτησε αυτός. Κατσούφιασα. ‘Ξανθιά’ φώναζε τη Δήμητρα εδώ και κάποιες μέρες.
«Μετακομίζει.» είπα στεγνά.
«Α.» έκανε αυτός. Έμεινε σιωπηλός για λίγη ώρα, μέχρι που ο Αλέξανδρος μπήκε στη συζήτηση.
«Άκουσα πως έρχεται καινούργια κοπέλα.» σχολίασε χαμηλόφωνα. Η φωνή του μου φάνηκε κάπως περίεργη, αλλά δεν πρόλαβα να το σκεφτώ.
«Ναι, γι αυτό και αυτή έχει τα νεύρα της.» σχολίασε και ο Πέτρος κοιτάζοντας επιδεικτικά την Αφροδίτη
και το παρεάκι της, που συζητούσαν μεγαλόφωνα στην μέση της αίθουσας.
Άφησα ένα θεατρικό αναστεναγμό. «Η βασίλισσα φοβάται πως θα της παρθεί το στέμμα.» μουρμούρισα με δραματική φωνή.
Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε ένας δυνατός χτύπος στην πόρτα. Ο καθηγητής σήκωσε το κεφάλι του και μουρμούρισε κάτι που έμοιαζε με: «Επιτέλους, ήρθε.» και πήγε αργά να ανοίξει την πόρτα.
Μπροστά στην πόρτα στεκόταν μια νεαρή κοπέλα, με γκρίζα μάτια, κοντά, καφέ μαλλιά και με την τσάντα ριγμένη στον αριστερό της ώμο, με μια παιδική λάμψη στο πρόσωπό της.
Είναι η κοπέλα με το ποδήλατο!, ακούστηκε η έκπληκτη φωνή της συνείδησης μου.
Το κατάλαβα και μόνη μου, ευχαριστώ, απάντησα κι εγώ. Ασυναίσθητα, το βλέμμα μου γύρισε προς την Αφροδίτη και αμέσως στα χείλη μου δημιουργήθηκε ένα μικρό χαμόγελο. Ήταν φανερό πως η κοκκινομάλλα μας ζήλευε, καθώς η ματιά της έπεφτε στην καινούργια κοπέλα.
Ο καθηγητής γύρισε προς την τάξη.
«Λοιπόν παιδιά. Να σας συστήσω την νέα σας συμμαθήτρια.» είπε με δυνατή φωνή, προφανώς για να ακουστεί πάνω από τους ψιθύρους των υπολοίπων.
Η κοπέλα χασμουρήθηκε.
«Ίριδα Στεργίου.» συνέχισε ο καθηγητής, χωρίς να καταλάβει τη διάθεση της κοπέλας δίπλα του. Ο άντρας έριξε μια ματιά στην αίθουσα κι εντόπισε την άδεια θέση δίπλα μου.
«Ωραία, Στεργίου, δίπλα στην Γεωργίου.» είπε δείχνοντας με το χέρι του την καινούργια της θέση.
Η Ίριδα, με ένα προφανές βαριεστημένο ύφος, κάθισε δίπλα μου, ακουμπώντας το κεφάλι της στο ένα της χέρι. Την κοίταξα καλύτερα. Εκτός από την παιδική λάμψη στα μάτια της, υπήρχε και μια μικρή μελαγχολία. Ανασήκωσα
το ένα φρύδι, την ώρα που άκουγα την φωνή του Πέτρου.
«Ψιτ, Στεργίου!»
Η Ίριδα γύρισε, με ένα απροσδιόριστο ύφος να αντικαταστεί αυτό της βαρεμάρας.
«Πέτρος, χάρηκα.» έκανε εκείνος, τσαχπίνικα. «Και από εδώ ο Αλέξανδρος.» συνέχισε.
Εγώ και η Ίριδα αναστενάξαμε ταυτόχρονα με την όρεξή του, προς μεγάλη διασκέδαση του Πέτρου.
«Α, είστε συγχρονισμένες, ε;;» πέταξε.
«Κλείσ’ το.» μουρμούρισα.
«Πάντα έτσι είναι;» μου ψιθύρισε η Ίριδα.
Ανασήκωσα τους ώμους. «Αν δεν είναι, είναι άρρωστος.» απάντησα.
Χαμογέλασε περίεργα. «Κατάλαβα. Είναι σημάδι υγείας, όπως η μύτη των σκύλων.»
Ένα γελάκι μου ξέφυγε. «Ακριβώς.»
Γύρισε τα μάτια της προς εμένα. «Ακόμη δε μου είπες το όνομά σου πάντως.»
«Αθηνά Γεωργίου.» πετάχτηκε ο Πέτρος, πριν προλάβω να μιλήσω.
«Αθηνά;» έκανε η Ίριδα, παραξενεμένη. «Κι άλλη με μυθικό όνομα, ε;»
«Συγκεκριμένα, έτσι με φωνάζει αυτό το χαζοχαρούμενο.» έδειξα τον Πέτρο, που πήρε ένα τάχα μου πληγωμένο ύφος. «Σοφία είναι το κανονικό.» χαμογέλασα.
«Μην πας γυρεύοντας πάντως για μυθολογικά ονόματα» μουρμούρισε ο Πέτρος, με σοβαρό ύφος αυτήν τη φορά.
«Γιατί;» ρώτησε η κοπέλα.
«Γι αυτήν.» μουρμούρισα εγώ, δείχνοντας τη φιγούρα της Αφροδίτης.
«Είναι μια λύκαινα ντυμένη προβατίνα.» συμπλήρωσε ο Πέτρος.
Η Ίριδα χαμογέλασε.
«Τόσο το καλύτερο. Λατρεύω τις προκλήσεις.» μουρμούρισε.
Εκείνη τη στιγμή χτύπησε το κουδούνι.
«Καιρός ήταν!» μουρμούρισε ο Αλέξανδρος. Χαμογέλασα. Η Μουσική ήταν το χειρότερό του μάθημα. Μετά θυμήθηκα κάτι που με έκανε να μείνω ακίνητη στη θέση μου. Η Δήμητρα μετακόμιζε. Η Δήμητρα άρεσε στον Αλέξανδρο. Συμπέρασμα: Πως στο καλό καταφέρνει να συμπεριφέρεται κανονικά; Τον κοίταξα για λίγο, μήπως και δω κάποιο σημάδι μελαγχολίας, θλίψης ή πόνου. Ευτυχώς δεν εντόπισα κανένα. Οπότε ή τα έκρυβε πολύ καλά, κάτι που δε θα ήταν καλό… ή το ξεπέρασε κιόλας.
«Α, μπα! Η καινούργια!» η φωνή της Αφροδίτης με έβγαλε από τις σκέψεις μου. Γύρισα, μόνο και μόνο για να τη δω μπροστά μου.
«Τι θες;» ρώτησα επιθετικά.
«Εγώ; Εγώ ήρθα να δω τον Άλεξ!» είπε παιχνιδιάρικα και βλεφάρισε προς τον Αλέξανδρο.
Ναι, καλά, σκέφτηκα.
«Πάντως, αναρωτιέμαι προς τι το κακόγουστο κούρεμα, αγαπητή μου.» έκανε θεατρικά η Αφροδίτη προς την Ίριδα.
Η κοπέλα χαμογέλασε. «Κοίτα, μου αρέσουν τα κοντά μαλλιά. Είναι πολύ πιο εύκολο να τα χειριστεί κανείς.»
«Μα και πάλι, χρυσό μου, δε λένε και πολλά.» συνέχισε η Αφροδίτη.
Το χαμόγελο της Ίριδας πλάτυνε. «Μπορεί, αλλά τα προτιμώ από κάτι άχαρα, πολύ μακριά μαλλιά που
κάποιες κοπέλες σαν εσένα πιστεύουν ότι είναι κάποιες εξαιτίας τους. Επίσης, έτσι φαίνονται τα μάτια κάποιου. Και πιστεύω πως, αν έχω κάτι ωραίο, αυτό είναι τα μάτια μου.» τελείωσε την κουβέντα της.
Η Αφροδίτη είχε μείνει άφωνη. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος της αντιμιλούσε έτσι. Πήρε το φυσιολογικό, ξινισμένο ύφος της και απομακρύνθηκε.
Ο Πέτρος, πάντα πίσω μας, αναστέναξε.
«Τώρα την πάτησες.» μουρμούρισε.
«Το αντίθετο θα έλεγα! Αυτή την πάτησε.» γέλασε η Ίριδα.
Την κοίταξα και δεν μπόρεσα να συγκρατήσω ένα χαμόγελο.
«Τι;» ρώτησε αυτή.
«Τίποτα!» γέλασα εγώ. Απλά, θα πρέπει να συμφωνήσω μαζί σου.
Η κοπέλα τότε γύρισε προς τον Πέτρο και άρχισαν να συζητούν για ποδόσφαιρο. Το χαμόγελό μου έγινε μεγαλύτερο, καθώς, επιτέλους, βρήκα μια λέξη για να περιγράψω αυτήν την κοπέλα. Αγοροκόριτσο. Και τιμή της και καμάρι της.
«Εσύ τι λες, Αθηνά;» ρώτησε ο Πέτρος κοιτώντας προς την κατεύθυνση μου. «Roma ή Milan;»
«Εμ… Pizza Roma σήμερα το βράδυ;» απάντησα εγώ. Ναι, δεν έχω ιδέα από ποδόσφαιρο.
Αφού με κοίταξαν και οι δύο με ένα μπερδεμένο ύφος, η Ίριδα χαμογέλασε.
«Μέσα!» φώναξε.
«Τι; Θα κερδίσει η Roma;» μουρμούρισε ο Πέτρος, με ένα κωμικό ύφος.
Εγώ με την Ίριδα δεν αντέξαμε. Σκάσαμε στα γέλια.
Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω
 

Εφιάλτης ή πραγματικότητα;

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή 
Σελίδα 3 από 4Μετάβαση στη σελίδα : Επιστροφή  1, 2, 3, 4  Επόμενο

Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτήΔεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης
Nautilus Academy :: Ναυτιλος II :: Τα Νησιά :: Τα Νησιά της Γνώσης :: Το Νησί της Δημιουργίας :: Γράφοντας...-
Μετάβαση σε:  
phpBB2 forum με ForumGreek | © phpBB | Δωρεάν φόρουμ υποστήριξης | Αναφορά κατάχρησης | Sosblog.fr